Το πάθος, η μέθη και ο εθισμός στην Ανδρομέδα του Θανάση Παπακωνσταντίνου
Το τραγούδι «Ανδρομέδα» του Θανάση Παπακωνσταντίνου αποτελεί ένα από τα πιο ανοιχτά σε ερμηνεία έργα της σύγχρονης ελληνικής τραγουδοποιίας. Κάθε ακροατής μπορεί να ακούσει μέσα του κάτι διαφορετικό.Ο δημιουργός, σε γενικότερες δημόσιες τοποθετήσεις του, έχει αφήσει να εννοηθεί πως τα τραγούδια του λειτουργούν ως ανοιχτές ποιητικές κατασκευές, όπου οι εικόνες και τα νοήματα ολοκληρώνονται από τον ίδιο τον ακροατή. Για την «Ανδρομέδα» δεν υπάρχει συγκεκριμένη ερμηνεία εκ μέρους του, κάτι που ενισχύει ακόμη περισσότερο τον ανοιχτό της χαρακτήρα.
Η λάβα του πάθους
Άιντε μες της γης το πυρωμένο κέντροΈνας έρωτας ακραίος και ανεξέλεγκτος, πιθανότατα παράνομος, που φέρει μέσα του ένταση και υπερβολή. Το πυρωμένο κέντρο της γης θυμίζει μια δύναμη που καίει βαθιά μέσα στους ανθρώπους και δεν μπορεί να συγκρατηθεί. Δύο άνθρωποι παραδίδονται ολοκληρωτικά στο πάθος και αψηφούν όρια και κανόνες.
άιντε δυο πουλιά φιλιούνται σ’ ένα δέντρο
άιντε πέφτει λάβα, λάβα απ’ τα φιλιά τους
άιντε και φτερά απολιθωμένα απ’ τα κορμιά τους
Η λάβα από τα φιλιά μετατρέπει τον έρωτα σε εκρηκτική δύναμη που παρασύρει τα πάντα, ενώ τα φτερά απολιθωμένα αφήνουν την αίσθηση πως αυτό που ζουν, όσο έντονο κι αν είναι, δεν μένει χωρίς συνέπειες.
Η μέθη σαν φυγή από την απαγορευμένη σχέση
Άιντε εκεί μακριά, μακριά στην ΑνδρομέδαΗ ανάγκη για φυγή στο αλκοόλ και τη μέθη μαρτυρά την ύπαρξη ενός παράνομου πάθους που δεν έχει θέση στην πραγματικότητα. Το τσίπουρο γίνεται το μέσο για να αποκοπεί το υποκείμενο από το βάρος της απαγορευμένης σχέσης, αναζητώντας τη λήθη στα πέρατα του σύμπαντος, στην Ανδρομέδα. Εκεί, ανάμεσα σε πλάσματα που κουβαλούν τη δική τους μοναξιά, η μέθη προσφέρεται ως το μοναδικό καταφύγιο για εκείνους που έχουν επιλέξει έναν έρωτα που πρέπει να κρυφτεί. Οι μορφές αυτές αντανακλούν μια συλλογική μοναξιά που βρίσκει προσωρινή ανακούφιση μόνο μέσα στην απορρύθμιση της συνείδησης και στην απόδραση από την πραγματικότητα.
άιντε πίνουν τσίπουρο και τρων λακέρδα
άιντε κάτι όντα περίεργα κι ωραία
άιντε που είναι μόνα και ψάχνουν για παρέα
Η παπαρούνα του εθισμού και του πειρασμού
Άιντε εκεί ψηλά στην άκαρπη ΜελούναΗ παπαρούνα λειτουργεί ως σύμβολο πειρασμού αλλά και εθισμού. Η διπλή της φύση, όμορφη αλλά και επικίνδυνη, παραπέμπει τόσο στο αλκοόλ όσο και σε κάθε μορφή εξάρτησης, αλλά και στο ίδιο το πάθος που επαναλαμβάνεται χωρίς να σβήνει.
άιντε φύτρωσε, φύτρωσε μια παπαρούνα
άιντε που `χει στόμα, στόμα και δαγκάνει
άιντε κι όλο λέει πως δεν το ξανακάνει
Η άκαρπη Μελούνα μπορεί να διαβαστεί είτε ως τόπος ενός παράνομου πάθους είτε ως τόπος συνάντησης με την εξάρτηση και το αλκοόλ, ένα περιβάλλον ψυχικής ή υπαρξιακής έλλειψης όπου γεννιέται κάτι έντονο αλλά ασταθές. Μέσα σε αυτό το άγονο τοπίο φυτρώνει κάτι όμορφο αλλά επικίνδυνο, που έλκει και ταυτόχρονα τραυματίζει. Η εικόνα ενός φυτού που δαγκάνει αποτυπώνει τη στιγμή που η έλξη μετατρέπεται σε πληγή και η απόλαυση σε εξάρτηση.
Ο κύκλος της επανάληψης που χαρακτηρίζει τον εθισμό και τα έντονα πάθη παραμένει ενεργός. Η μετάνοια υπάρχει, αλλά δεν αρκεί για να τον σπάσει.
Τα «τυφλά άλογα» της εσωτερικής έντασης
Άιντε εκεί βαθιά, βαθιά στα σωθικά μουΗ ένταση μεταφέρεται πλέον στο εσωτερικό του ανθρώπου. Τα τυφλά άλογα συμβολίζουν τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις που γεννιούνται από την εμπειρία του πάθους, της μέθης και των ενοχών. Πρόκειται για σκέψεις, επιθυμίες και τύψεις που κινούνται χωρίς λογική κατεύθυνση και δημιουργούν εσωτερική ασφυξία.
άιντε κάτι γίνεται κυρά μου
άιντε χίλια άλογα τυφλά γυρίζουν
άιντε έξοδο ζητάν και μ’ αλωνίζουν
Το εσωτερικό του ατόμου μετατρέπεται σε πεδίο μάχης, όπου το αλκοόλ δεν καταφέρνει να ηρεμήσει τις καταπιεσμένες ενοχές. Οι σκέψεις λειτουργούν σαν άλογα που έχουν χάσει την κατεύθυνσή τους, προκαλώντας μια οδυνηρή αναταραχή. Η ανάγκη για διέξοδο μεταφράζεται σε έναν συνεχή εσωτερικό πόλεμο που εξουθενώνει το σώμα και τη συνείδηση.
Το πάθος που δεν θάβεται
Άιντε εδώ σιμά κοντά δυο μέτρα βάθοςΗ προσπάθεια να θαφτεί το πάθος κάτω από το χώμα και τα λουλούδια αποτελεί την κορύφωση της προσπάθειας για μια κοινωνική ή προσωπική κανονικότητα. Η χρήση της λέξης «θαρρούν» υπογραμμίζει την πλάνη αυτού του εγχειρήματος, καθώς το πάθος παραμένει ζωντανό και παρόν κάτω από την επιφάνεια.
άιντε λεν πως φυλακίζουνε το πάθος
άιντε ρίχνουν χώμα με λουλούδια ραίνουν
άιντε και θαρρούν, θαρρούν πως ξεμπερδεύουν
Το ξεμπέρδεμα παραμένει μια αυταπάτη, αφού η ίδια η φύση του πάθους αρνείται να περιοριστεί στα όρια ενός τάφου. Κάτω από την τελετουργική πράξη της ταφής δεν υπάρχει πραγματική λύση αλλά μια προσπάθεια αποσιώπησης, η οποία δεν αναιρεί όσα έχουν ήδη βιωθεί ούτε διαγράφει την εσωτερική τους παρουσία.
Οι στίχοι της Ανδρομέδας
Άιντε μες της γης το πυρωμένο κέντροάιντε δυο πουλιά φιλιούνται σ’ ένα δέντρο
άιντε πέφτει λάβα, λάβα απ’ τα φιλιά τους
άιντε και φτερά απολιθωμένα απ’ τα κορμιά τους.
Άιντε εκεί μακριά, μακριά στην Ανδρομέδα
άιντε πίνουν τσίπουρο και τρων λακέρδα
άιντε κάτι όντα περίεργα κι ωραία
άιντε που είναι μόνα και ψάχνουν για παρέα.
Άιντε εκεί ψηλά στην άκαρπη Μελούνα
άιντε φύτρωσε, φύτρωσε μια παπαρούνα
άιντε που `χει στόμα, στόμα και δαγκάνει
άιντε κι όλο λέει πως δεν το ξανακάνει.
Άιντε εκεί βαθιά, βαθιά στα σωθικά μου
άιντε κάτι γίνεται κυρά μου
άιντε χίλια άλογα τυφλά γυρίζουν
άιντε έξοδο ζητάν και μ’ αλωνίζουν.
Άιντε εδώ σιμά κοντά δυο μέτρα βάθος
άιντε λεν πως φυλακίζουνε το πάθος
άιντε ρίχνουν χώμα με λουλούδια ραίνουν
άιντε και θαρρούν, θαρρούν πως ξεμπερδεύουν.
Η Μελούνα είναι ένα ορεινό πέρασμα (διάσελο) στην περιοχή της Θεσσαλίας.
Βρίσκεται πάνω στην οροσειρά του Κισσάβου (Όσσα). Είναι το πέρασμα που συνδέει την περιοχή της Λάρισας (πεδιάδα) με τα παράλια του νομού, συγκεκριμένα με την περιοχή της Αγιάς και των χωριών που βρίσκονται προς το Αιγαίο.
Στην τοπική γεωγραφία και την παράδοση, η Μελούνα είναι γνωστή ως ένα πέρασμα με αρκετές στροφές, ένα σημείο δύσκολο και κάπως «άγριο», ειδικά τον χειμώνα. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, κατάγεται από την περιοχή.


