Τειρεσίας - Θανάσης Παπακωνσταντίνου | Ο άνθρωπος που χάνεται μέσα στη ζωή του: Μια υπαρξιακή ανάγνωση
Η αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στη σκληρή καθημερινότητα στους στίχους του «Τειρεσίας»
Το τραγούδι «Τειρεσίας» (από τον εμβληματικό δίσκο Αγρύπνια του 2002) αποτελεί μια από τις πιο αινιγματικές και πολυεπίπεδες δημιουργίες του Θανάση Παπακωνσταντίνου, ο οποίος υπογράφει τόσο τους στίχους όσο και τη μουσική. Ο ίδιος ο δημιουργός αποφεύγει διαχρονικά να εξηγεί με σαφήνεια τα τραγούδια του. Όπως έχει αφήσει να εννοηθεί σε συνεντεύξεις του για το έργο του, θεωρεί πως η αποκωδικοποίηση των εικόνων ανήκει στον ακροατή και πως η υπερανάλυση από την πλευρά του δημιουργού μπορεί να «κλειδώσει» το τραγούδι, αφαιρώντας του τη μαγεία.Εξάλλου, αυτή ακριβώς είναι η ομορφιά και η δύναμη της αυθεντικής τέχνης. Οι στίχοι αποκτούν δική τους ζωή τη στιγμή που ξεφεύγουν από το χαρτί του δημιουργού και ο καθένας ακούει μέσα τους κάτι προσωπικό, καθρεφτίζοντας τις δικές του αγωνίες, βιώματα και αλήθειες.
Με αυτή την έννοια, η προσέγγιση που ακολουθεί παρακάτω αποτελεί μια προσωπική ερμηνεία, μία από τις πολλές πιθανές αναγνώσεις ενός πολυεπίπεδου έργου, ιδωμένη μέσα από το πρίσμα του σύγχρονου ανθρώπου της βιοπάλης και της αποξένωσης.
Η σκληρή καθημερινότητα μέσα από τους στίχους - Μια υπαρξιακή ανάλυση αποξένωσης
Η σύγχρονη καθημερινότητα συχνά μετατρέπεται σε έναν μηχανικό στίβο επιβίωσης, όπου ο άνθρωπος καλείται να λειτουργήσει μέσα σε ένα περιβάλλον ξένο προς την πραγματική του φύση. Όταν οι υποχρεώσεις, η ρουτίνα της πόλης και η πίεση του βιοπορισμού γίνονται ασφυκτικές, η εσωτερική αποξένωση είναι το επόμενο αναπόφευκτο βήμα.Μέσα από μια σειρά συγκλονιστικών στίχων, αποτυπώνεται ανάγλυφα αυτή η εσωτερική πάλη.
Η απώλεια του εαυτού στο πρώτο ξύπνημα
«Ξυπνάς και του καθρέφτη τη λίμνη αναταράζειςζαρκάδια ξαφνιασμένα θα πεταχτούνθα φύγουν για τα δάση κι από το είδωλό σουθα λείπουνε τα μάτια και η φωτιά»
Το ξεκίνημα της ημέρας δεν φέρνει πάντα την ανανέωση, αλλά συχνά την πρώτη αντιπαράθεση με την πραγματικότητα. Ο καθρέφτης λειτουργεί ως μια ακίνητη λίμνη που, μόλις ταραχθεί από το πρώτο βλέμμα του πρωινού, αποκαλύπτει μια βαθιά ρωγμή. Αυτή η ακίνητη επιφάνεια ταράζεται και τρομάζει από την παρουσία ενός προσώπου που το ίδιο το υποκείμενο πλέον δεν γνωρίζει, αδυνατώντας να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στο πλαίσιο της καθημερινής φθοράς.
Αυτός ο εσωτερικός τρόμος της μη αναγνώρισης διώχνει μακριά τα «ζαρκάδια», τα οποία συμβολίζουν ό,τι πιο αγνό, ελεύθερο και αυθεντικό έχει η φύση μέσα μας. Η σκληρή καθημερινότητα αλλοτριώνει τον άνθρωπο σε τέτοιο βαθμό, ώστε η αντανάκλασή του να φαντάζει ξένη. Κοιτάζει το είδωλό του και συνειδητοποιεί ότι αντικρίζει ένα άγνωστο πρόσωπο, από το οποίο λείπουν τα βασικότερα στοιχεία της ύπαρξης. Τα μάτια και η φωτιά, η ίδια η σπίθα της δημιουργίας, του πάθους και της ζωτικής ενέργειας. Το βλέμμα αδειάζει, έτοιμο να υποστεί άλλη μια μέρα μηχανικής ρουτίνας.
Αυτός ο εσωτερικός τρόμος της μη αναγνώρισης διώχνει μακριά τα «ζαρκάδια», τα οποία συμβολίζουν ό,τι πιο αγνό, ελεύθερο και αυθεντικό έχει η φύση μέσα μας. Η σκληρή καθημερινότητα αλλοτριώνει τον άνθρωπο σε τέτοιο βαθμό, ώστε η αντανάκλασή του να φαντάζει ξένη. Κοιτάζει το είδωλό του και συνειδητοποιεί ότι αντικρίζει ένα άγνωστο πρόσωπο, από το οποίο λείπουν τα βασικότερα στοιχεία της ύπαρξης. Τα μάτια και η φωτιά, η ίδια η σπίθα της δημιουργίας, του πάθους και της ζωτικής ενέργειας. Το βλέμμα αδειάζει, έτοιμο να υποστεί άλλη μια μέρα μηχανικής ρουτίνας.
Η ψευδαίσθηση της ανθρώπινης επαφής στην «ξένη γη»
«Θα ψάξεις τους δικούς σου τυφλός και τρομαγμένοςήρθε ο καιρός να μάθεις ποιοι σ’ αγαπούνμα η πόλη είν’ άδεια κι ο μάντης Τειρεσίαςθ’ αφήσει τον χρησμό του στην ξένη γη, σε ξένη γη»
Όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την απώλεια του ίδιου του του εαυτού και νιώθει να χάνει την ουσία του, η φυσική του αντίδραση είναι να αναζητήσει ένα στήριγμα, ένα οικείο καταφύγιο στους δικούς του ανθρώπους. Ωστόσο, η αναζήτηση αυτή γίνεται μέσα στο αστικό περιβάλλον, το οποίο αποτελεί το κατ' εξοχήν σκηνικό της σκληρής καθημερινότητας. Πρόκειται για ένα περιβάλλον βαθιά ξένο, ψυχρό και αποξενωμένο, που λειτουργεί σαν μια «άδεια πόλη».
Η πόλη αυτή δεν είναι άδεια από ανθρώπινα σώματα, αλλά από ουσιαστική επικοινωνία, ενσυναίσθηση και ανθρωπιά. Σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από τη μοναξιά και καταλήγει να νιώθει μετανάστης στην ίδια του τη ζωή. Ακόμα και οι λύσεις, οι συμβουλές, η καθοδήγηση, η βαθύτερη σοφία (ο χρησμός του Τειρεσία) μοιάζουν ανώφελες και χαμένες, καθώς αφήνονται σε μια γη που πλέον φαντάζει εντελώς εχθρική, αδιάφορη και αποκομμένη από τις εσωτερικές ανάγκες.
Η πόλη αυτή δεν είναι άδεια από ανθρώπινα σώματα, αλλά από ουσιαστική επικοινωνία, ενσυναίσθηση και ανθρωπιά. Σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από τη μοναξιά και καταλήγει να νιώθει μετανάστης στην ίδια του τη ζωή. Ακόμα και οι λύσεις, οι συμβουλές, η καθοδήγηση, η βαθύτερη σοφία (ο χρησμός του Τειρεσία) μοιάζουν ανώφελες και χαμένες, καθώς αφήνονται σε μια γη που πλέον φαντάζει εντελώς εχθρική, αδιάφορη και αποκομμένη από τις εσωτερικές ανάγκες.
Όταν η φθορά βαφτίζεται «ανάγκη»
«Τυφλός είναι κι εκείνος που κάνει ότι δεν ξέρειπως πίνει απ’ το πηγάδι το σκοτεινόπου ότι τον κατατρώει ανάγκη το `χει κάνειή στην αυλή το κρύβει να ξεχαστεί»
Αυτή η στροφή αγγίζει τον σκληρό πυρήνα του συμβιβασμού και των μηχανισμών άμυνας που επιστρατεύει ο άνθρωπος για να αντέξει μια πραγματικότητα που τον καταπιέζει. Εθελοτυφλεί, κάνει ότι δεν ξέρει, προσποιείται «ευτυχία» προκειμένου ν' αντέξει, να επιβιώσει. Πίνει συνειδητά από το «σκοτεινό πηγάδι» της καθημερινής του φθοράς, επειδή έχει βαφτίσει ως «ανάγκη» όλα όσα τον καταστρέφουν και τον αλλοτριώνουν, είτε πρόκειται για οικονομική πίεση, είτε για κοινωνικές προσδοκίες και επιβεβλημένους ρόλους.
Όταν αυτή η πίεση και η εσωτερική σύγκρουση γίνονται πλέον ανυπόφορες, το πρόβλημα δεν επιλύεται, αλλά μετατοπίζεται, «κρύβεται στην αυλή». Επιχειρεί να θάψει τη δυσαρέσκειά του, την κούραση και την αίσθηση του ανικανοποίητου κάτω από το χαλί της καθημερινής αποχαύνωσης ή των πρόσκαιρων αντιπερισπασμών. Είναι μια βαθιά εσωτερική διεργασία απομόνωσης, όπου το άτομο αρνείται να αντιμετωπίσει την αλήθεια της φθοράς του. Στην «αυλή» στοιβάζει η δυσαρέσκεια, την εξάντληση και την αίσθηση του ανικανοποίητου, προσπαθώντας να διατηρήσει μια ψευδαίσθηση ισορροπίας. Όμως, ό,τι κρύβεται στην αυλή παραμένει εκεί, ζωντανό και βαρύ, απαιτώντας μια διαρκή, ψυχοφθόρα προσπάθεια να παραμείνει αόρατο, την ίδια ώρα που συνεχίζει να κατατρώει τον εσωτερικό του κόσμο.
Όταν αυτή η πίεση και η εσωτερική σύγκρουση γίνονται πλέον ανυπόφορες, το πρόβλημα δεν επιλύεται, αλλά μετατοπίζεται, «κρύβεται στην αυλή». Επιχειρεί να θάψει τη δυσαρέσκειά του, την κούραση και την αίσθηση του ανικανοποίητου κάτω από το χαλί της καθημερινής αποχαύνωσης ή των πρόσκαιρων αντιπερισπασμών. Είναι μια βαθιά εσωτερική διεργασία απομόνωσης, όπου το άτομο αρνείται να αντιμετωπίσει την αλήθεια της φθοράς του. Στην «αυλή» στοιβάζει η δυσαρέσκεια, την εξάντληση και την αίσθηση του ανικανοποίητου, προσπαθώντας να διατηρήσει μια ψευδαίσθηση ισορροπίας. Όμως, ό,τι κρύβεται στην αυλή παραμένει εκεί, ζωντανό και βαρύ, απαιτώντας μια διαρκή, ψυχοφθόρα προσπάθεια να παραμείνει αόρατο, την ίδια ώρα που συνεχίζει να κατατρώει τον εσωτερικό του κόσμο.
Τα σκιάχτρα της ρουτίνας και η διέξοδος προς την πλάση
«Την ώρα αυτή στον κάμπο, ομίχλη κατεβαίνειτα σκιάχτρα, τα κουρέλια θα φοβηθεί
τρέξε να ψηλαφήσεις την πλάση, ακριβέ μου
το μπράτσο της απλώνει να κρατηθείς, να κρατηθείς.»
Όταν όλα τα προβλήματα, οι ματαιώσεις και οι συμβιβασμοί που έχουν έχουν κρυφτεί καλά στην «πίσω αυλή» ή κάτω από το χαλί, μια βαριά ομίχλη αρχίζει να κατεβαίνει, όχι στον κάμπο, αλλά στην ίδια την ψυχή του υποκειμένου. Είναι η ομίχλη της απόλυτης πνευματικής σύγχυσης, της εξάντλησης και του υπαρξιακού κενού.
Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος δεν αντέχει τα σκιάχτρα με τα κουρέλια, τους άψυχους, κούφιους ρόλους και τις άκαμπτες κοινωνικές συμβάσεις της ρουτίνας. Όταν ακόμα και οι άμυνες ή οι μάσκες της καθημερινότητας λυγίζουν μπροστά στον τρόμο της αποξένωσης, ο άνθρωπος βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού.
Όμως, ακριβώς σε αυτό το σημείο της απόλυτης κορύφωσης της απόγνωσης, ο στίχος παρεμβαίνει λυτρωτικά και προσφέρει τη λυτρωτική προτροπή σωτηρίας. Η προτροπή είναι ξεκάθαρη: «τρέξε να ψηλαφήσεις την πλάση». Απέναντι στον τεχνητό, σκληρό και ξένο κόσμο της πόλης και της εργασιακής αλλοτρίωσης, ορθώνεται ο φυσικός κόσμος. Η πλάση, η φύση με την αρχέγονη αλήθεια και τη σταθερότητά της, είναι πάντα εκεί, αμετάβλητη και έτοιμη να σε δεχτεί. Παρουσιάζεται σαν μια μητρική, προστατευτική φιγούρα που απλώνει το μπράτσο της για να πιαστείς, προσφέροντας το μοναδικό στέρεο έδαφος για να γειωθείς, να κρατηθείς και να βρεις ξανά τον χαμένο, αυθεντικό εαυτό σου.
Όταν όλα τα προβλήματα, οι ματαιώσεις και οι συμβιβασμοί που έχουν έχουν κρυφτεί καλά στην «πίσω αυλή» ή κάτω από το χαλί, μια βαριά ομίχλη αρχίζει να κατεβαίνει, όχι στον κάμπο, αλλά στην ίδια την ψυχή του υποκειμένου. Είναι η ομίχλη της απόλυτης πνευματικής σύγχυσης, της εξάντλησης και του υπαρξιακού κενού.
Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος δεν αντέχει τα σκιάχτρα με τα κουρέλια, τους άψυχους, κούφιους ρόλους και τις άκαμπτες κοινωνικές συμβάσεις της ρουτίνας. Όταν ακόμα και οι άμυνες ή οι μάσκες της καθημερινότητας λυγίζουν μπροστά στον τρόμο της αποξένωσης, ο άνθρωπος βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού.
Όμως, ακριβώς σε αυτό το σημείο της απόλυτης κορύφωσης της απόγνωσης, ο στίχος παρεμβαίνει λυτρωτικά και προσφέρει τη λυτρωτική προτροπή σωτηρίας. Η προτροπή είναι ξεκάθαρη: «τρέξε να ψηλαφήσεις την πλάση». Απέναντι στον τεχνητό, σκληρό και ξένο κόσμο της πόλης και της εργασιακής αλλοτρίωσης, ορθώνεται ο φυσικός κόσμος. Η πλάση, η φύση με την αρχέγονη αλήθεια και τη σταθερότητά της, είναι πάντα εκεί, αμετάβλητη και έτοιμη να σε δεχτεί. Παρουσιάζεται σαν μια μητρική, προστατευτική φιγούρα που απλώνει το μπράτσο της για να πιαστείς, προσφέροντας το μοναδικό στέρεο έδαφος για να γειωθείς, να κρατηθείς και να βρεις ξανά τον χαμένο, αυθεντικό εαυτό σου.
Οι στίχοι του Τειρεσία
Ξυπνάς και του καθρέφτη τη λίμνη αναταράζεις
ζαρκάδια ξαφνιασμένα θα πεταχτούν
θα φύγουν για τα δάση κι από το είδωλό σου
θα λείπουνε τα μάτια και η φωτιά
Θα ψάξεις τους δικούς σου τυφλός και τρομαγμένος
ήρθε ο καιρός να μάθεις ποιοι σ’ αγαπούν
μα η πόλη είν’ άδεια κι ο μάντης Τειρεσίας
θ’ αφήσει τον χρησμό του στην ξένη γη, σε ξένη γη
Τυφλός είναι κι εκείνος που κάνει ότι δεν ξέρει
πως πίνει απ’ το πηγάδι το σκοτεινό
που ότι τον κατατρώει ανάγκη το `χει κάνει
ή στην αυλή το κρύβει να ξεχαστεί
Την ώρα αυτή στον κάμπο, ομίχλη κατεβαίνει
τα σκιάχτρα, τα κουρέλια θα φοβηθεί
τρέξε να ψηλαφήσεις την πλάση, ακριβέ μου
το μπράτσο της απλώνει να κρατηθείς, να κρατηθείς.
Ένα μήνυμα αφύπνισης
Οι στίχοι αυτοί αποτελούν έναν βαθύ καθρέφτη της σύγχρονης κοινωνίας. Μας υπενθυμίζουν ότι η αποδοχή μιας ξένης καθημερινότητας ως αναπόφευκτης «ανάγκης» είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς την εσωτερική τύφλωση. Η πραγματική σωτηρία βρίσκεται στην έγκαιρη αφύπνιση, στην αναζήτηση της αυθεντικότητας και στην επανασύνδεση με τον φυσικό κόσμο που μας περιβάλλει.Η προσωπική αυτή διαδρομή στους στίχους του Θανάση Παπακωνσταντίνου δεν σταματά εδώ.
Όπως ο «Τειρεσίας» μίλησε μέσα μου για τη σκληρή πλευρά της καθημερινότητας, έτσι και ο ορμητικός «Πεχλιβάνης» αλλά και το υποβλητικό «Οι καλογέροι», δύο έργα που μέσα από τις δικές τους εικόνες συνεχίζουν να ξεκλειδώνουν κρυμμένες αλήθειες της ανθρώπινης ύπαρξης.
Όπως ο «Τειρεσίας» μίλησε μέσα μου για τη σκληρή πλευρά της καθημερινότητας, έτσι και ο ορμητικός «Πεχλιβάνης» αλλά και το υποβλητικό «Οι καλογέροι», δύο έργα που μέσα από τις δικές τους εικόνες συνεχίζουν να ξεκλειδώνουν κρυμμένες αλήθειες της ανθρώπινης ύπαρξης.
