«Πεχλιβάνης»: Όταν ο θανάτος έρχεται σαν άνεμος από το βουνό
Ο «Πεχλιβάνης» του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι ένα από τα πιο αινιγματικά και βαθιά υπαρξιακά τραγούδια της σύγχρονης Ελληνικής μουσικής. Ο ίδιος ο δημιουργός είχε εξηγήσει πως η αφετηρία του τραγουδιού ήταν η εικόνα ανθρώπων αποσβολωμένων μπροστά στην τηλεόραση και η επιθυμία ενός άγριου αέρα από το βουνό να εισβάλει μέσα στο σπίτι και να τα σαρώσει όλα. Παρόλα αυτά, κάθε φορά που ακούω το τραγούδι, δεν μπορώ να το δω μόνο έτσι. Προσωπικά, μέσα στους στίχους ακούω κάτι πολύ πιο σκοτεινό και υπαρξιακό. Ακούω τη στιγμή του θανάτου. Αυτό σχηματίζεται μέσα μου, μέσα από τις εικόνες, τον αέρα, τη νύχτα, τα χαλίκια, τις άδειες πολυθρόνες και την αίσθηση πως κάτι πλησιάζει αργά και αναπόφευκτα.Για μένα, ο «Πεχλιβάνης» δεν είναι απλώς άνεμος. Είναι ένας άνεμος - πολεμιστής που έρχεται από το βουνό σαν προσωποποίηση του ίδιου του θανάτου.
«Μια νύχτα θα 'ρθει από μακριά…»
«Μια νύχτα θα `ρθει από μακριάΈρχεται «από μακριά», σαν κάτι που υπήρχε πάντοτε στον ορίζοντα της ζωής και πλησιάζει αργά και αμετάκλητα. Η νύχτα δεν λειτουργεί μόνο ως φυσικό σκηνικό. Είναι το πέρασμα από τον κόσμο των ζωντανών σε κάτι άγνωστο. Είναι η ώρα όπου σβήνουν οι θόρυβοι της ζωής και απομένει μόνο η αίσθηση πως κάτι πλησιάζει.
αέρας πεχλιβάνης
να μην μπορείς να κοιμηθείς
μόλις τον ανασάνεις»
Το «μόλις τον ανασάνεις» μοιάζει με τη στιγμή όπου ο άνθρωπος αισθάνεται τον θάνατο να μπαίνει μέσα του σαν άλλη αναπνοή. Δεν υπάρχει ακόμη τέλος, αλλά υπάρχει επίγνωση. Η βεβαιότητα ότι τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο. Ο «Πεχλιβάνης» δεν χρειάζεται να εμφανιστεί ολόκληρος. Αρκεί μια ανάσα του για να γκρεμίσει την ψευδαίσθηση της αθανασίας.
«Θα 'χει θυμάρι στα μαλλιά…»
«Θα `χει θυμάρι στα μαλλιάΈνας θάνατος που δεν είναι ψυχρός ή νοσοκομειακός. Έρχεται από τη φύση. Μυρίζει θυμάρι, κουβαλά βουνό, χώμα και αγριάδα. Είναι ένας θάνατος γήινος, σχεδόν αρχέγονος.
κράνα για σκουλαρίκια
και μες στο στόμα θα γυρνά
ρητορικά χαλίκια»
Ο στίχος με τα «ρητορικά χαλίκια» αποκτά τεράστια δύναμη μέσα σε αυτή την ανάγνωση. Η εικόνα μοιάζει να συνομιλεί με την ιστορία του Δημοσθένη, που σύμφωνα με την παράδοση έβαζε χαλίκια στο στόμα για να βελτιώσει τη ρητορική και την άρθρωσή του.
Ο άνθρωπος χρησιμοποίησε τα χαλίκια για να αποκτήσει λόγο, φωνή και παρουσία μέσα στον κόσμο. Όμως εδώ τα χαλίκια δεν βρίσκονται πια στο στόμα του ανθρώπου. Τα κουβαλά ο ίδιος ο αέρας, ο θάνατος. Ο "λόγος" περνά από τον άνθρωπο στον θάνατο. Η ανθρώπινη ρητορεία σβήνει και τη θέση της παίρνει η τραχιά, πετρώδης γλώσσα της φύσης και της φθοράς.
«Θα κατεβεί σαν άρχοντας…»
«Θα κατεβεί σαν άρχονταςΟ «Πεχλιβάνης» κατεβαίνει σαν κυρίαρχη δύναμη. Σαν άρχοντας γιατί τίποτα δεν μπορεί να του αντισταθεί. Σαν λύκος γιατί είναι νυχτερινός, μοναχικός και αδυσώπητος.
θα κατεβεί σαν λύκος
να πάρει χρώμα και ζωή
της μοναξιάς ο κήπος»
Και όμως, ο θάνατος εδώ δεν παρουσιάζεται μόνο ως τέλος αλλά και ως αποκάλυψη. «Να πάρει χρώμα και ζωή της μοναξιάς ο κήπος». Σαν να λέει πως μόνο μπροστά στον θάνατο αποκτά η ζωή πραγματικό βάθος. Ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου φωτίζεται ξαφνικά από τη βεβαιότητα του τέλους.
«Τα μελισσάκια θα γυρνούν…»
«Τα μελισσάκια θα γυρνούνΗ εικόνα μοιάζει σχεδόν μεταθανάτια. Οι πολυθρόνες θυμίζουν τον ακίνητο κόσμο της καθημερινότητας, τις συνήθειες, την αδράνεια, ίσως και την αποχαύνωση μπροστά στις οθόνες που περιέγραφε ο ίδιος ο δημιουργός.
γύρω απ’ τις πολυθρόνες
και το νερό το κρύσταλλο
θα ρέει απ’ τις οθόνες»
Και ξαφνικά, μέσα σε αυτόν τον κλειστό χώρο, εμφανίζονται οι μέλισσες. Η φύση επιστρέφει. Ο άνθρωπος μοιάζει να έχει ήδη χαθεί και ο κόσμος συνεχίζει χωρίς εκείνον. Οι μέλισσες πετούν αδιάφορες γύρω από τις άδειες πολυθρόνες, σαν η φύση να αρχίζει να ανακαταλαμβάνει τον χώρο που άφησε πίσω του ο άνθρωπος.
Το ίδιο συμβαίνει και με το «νερό το κρύσταλλο» που «ρέει απ’ τις οθόνες». Οι οθόνες συμβολίζουν τον κόσμο της ψευδαίσθησης, της τεχνητής ζωής και των εικόνων που αποκοιμίζουν τον άνθρωπο ώστε να ξεχνά το τέλος του. Όμως όταν έρχεται ο «Πεχλιβάνης», οι οθόνες σπάνε συμβολικά και από μέσα τους ξεχύνεται η αλήθεια, το νερό, η φύση, η πραγματικότητα.
«Αέρα να 'σαι τιμωρός…»
«Αέρα να 'σαι τιμωρός να 'σαι και παιχνιδιάρηςΕδώ υπάρχει μια παράξενη συμφιλίωση με τον θάνατο. Δεν υπάρχει κραυγή φόβου ούτε αντίσταση. Ο άνθρωπος μιλά στον άνεμο σαν να αποδέχεται πως κάποια στιγμή θα έρθει να τον πάρει.
κι αν βαρεθεί η ψυχούλα μου
να 'ρθεις να μου την πάρεις»
Ο θάνατος παρουσιάζεται ταυτόχρονα «τιμωρός» και «παιχνιδιάρης». Σκληρός αλλά και ειρωνικός, όπως η ίδια η ζωή που μπορεί μέσα σε μια στιγμή να ανατραπεί. Και όταν «βαρεθεί η ψυχούλα», όταν κουραστεί από τη φθορά, ζητά από τον άνεμο να την πάρει μαζί του.
«Για να κοιτάει από ψηλά…»
«Για να κοιτάει από ψηλάΗ τελευταία στροφή μοιάζει με την εικόνα της ψυχής μετά τον θάνατο. Κοιτάζει πλέον «από ψηλά» τον κόσμο και τη νωθρότητά του, σαν να έχει απομακρυνθεί από όλα όσα κάποτε έμοιαζαν σημαντικά.
του κόσμου τη ραστώνη
να ξεχαστεί σαν των βουνών
το περσινό το χιόνι»
Στο τελείωμα η πιο ήσυχη και συγκλονιστική εικόνα του τραγουδιού.: «να ξεχαστεί σαν των βουνών το περσινό το χιόνι». Το χιόνι λιώνει αθόρυβα και επιστρέφει στον κύκλο της φύσης χωρίς κραυγή και χωρίς αντίσταση.
Έτσι μοιάζει να θέλει να χαθεί και ο άνθρωπος μέσα στον «Πεχλιβάνη». Σαν ανάσα που έσβησε μέσα στον αέρα του βουνού, αφήνοντας πίσω μόνο σιωπή, φύση και χρόνο.
Η λέξη «Πεχλιβάνης» προέρχεται από την τουρκική λέξη pehlivan και σημαίνει παλαιστής, δυνατός άντρας ή πολεμιστής. Στην ελληνική λαϊκή παράδοση η λέξη χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει ανθρώπους με σωματική δύναμη, αντοχή και άγρια παρουσία. Στο τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου, ο «Πεχλιβάνης» μοιάζει να παίρνει μια συμβολική διάσταση. Ένας αδάμαστος και πανίσχυρος άνεμος που λειτουργεί σαν δύναμη της φύσης, αλλά και σαν προσωποποίηση του ίδιου του θανάτου.
Οι στίχοι του Πεχλιβάνη
Μια νύχτα θα ‘ρθει από μακριά βρ' αμάν αμάναέρας πεχλιβάνης
να μην μπορείς να κοιμηθείς βρ' αμάν αμάν
μόλις τον ανασάνεις
Θα ‘χει θυμάρι στα μαλλιά βρ' αμάν αμάν
κράνα για σκουλαρίκια
και μεσ στο στόμα θα γυρνά βρ' αμάν αμάν
ρητορικά χαλίκια.
Θα κατεβεί σαν άρχοντας βρ' αμάν αμάν
θα κατεβεί σαν λύκος
να πάρει χρώμα και ζωή βρ' αμάν αμάν
της μοναξιάς ο κήπος
Τα μελισσάκια θα γυρνούν βρ' αμάν αμάν
γύρω απ' τις πολυθρόνε
και το νερό το κρύσταλλο βρ' αμάν αμάν
θα ρέει απ' τις οθόνες
Αέρα να 'σαι τιμωρός βρ' αμάν αμάν
να 'σαι και παιχνιδιάρης
κι αν βαρεθεί η ψυχούλα μου βρ' αμάν αμάν
να 'ρθεις να μου την πάρεις
Για να κοιτάει από ψηλά βρ' αμάν αμάν
του κόσμου τη ραστώνη
να ξεχαστεί σαν των βουνών βρ' αμάν αμάν
το περσινό το χιόνι.
του κόσμου τη ραστώνη
να ξεχαστεί σαν των βουνών βρ' αμάν αμάν
το περσινό το χιόνι.
