Δούκισσα της Πλακεντίας: Τρελή, αινιγματική ή τραγική ευεργέτιδα;

Ποια ήταν πραγματικά η Δούκισσα της Πλακεντίας; 

Η αληθινή ιστορία, τα παλάτια & το σκοτεινό πένθος.
Τρελή, αινιγματική ή τραγική ευεργέτιδα;

Ποια ήταν η μυστηριώδης γυναίκα που σφράγισε την αρχιτεκτονική και τη λαογραφία της Αθήνας και της Πεντέλης; Η Σοφία ντε Μαρμπουά (Sophie de Marbois), γνωστή ως Δούκισσα της Πλακεντίας, υπήρξε μία από τις πιο αινιγματικές, επιδραστικές αλλά και τραγικές προσωπικότητες του 19ου αιώνα στην Ελλάδα. 
Η Δούκισσα της Πλακεντίας

Η καταγωγή & ο τίτλος «Duchesse de Plaisance»

Η Σοφία ντε Μαρμπουά γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1785 στη Φιλαδέλφεια της Πενσυλβάνια των ΗΠΑ. Πατέρας της ήταν ο Γάλλος διπλωμάτης και πολιτικός, μαρκήσιος Φραγκίσκος Μπαρμπέ - Μαρμπουά (François Barbé-Marbois), ο οποίος υπηρετούσε εκεί ως επιτετραμμένος της Γαλλίας κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης, ενώ μητέρα της ήταν η Ελισάβετ Μουρ (Elizabeth Moore), κόρη του κυβερνήτη της Πενσυλβάνια.
Το 1804, σε ηλικία 19 ετών, παντρεύτηκε τον Κάρολο Λεμπρέν (Anne-Charles Lebrun), αξιωματικό και υπασπιστή του Ναπολέοντα Α΄. Ο αριστοκρατικός τίτλος του «Δούκα της Πλακεντίας» (Duc de Plaisance) δεν υπήρχε κατά τη στιγμή του γάμου τους, αλλά θεσπίστηκε από τον Αυτοκράτορα Ναπολέοντα το 1808 για την οικογένεια Lebrun, παίρνοντας το όνομά του από την ιστορική πόλη Πιατσέντσα (Piacenza / Plaisance στα γαλλικά) της Βόρειας Ιταλίας.
Έτσι, η Σοφία απέκτησε τον τίτλο της Δούκισσας της Πλακεντίας (Duchesse de Plaisance).

Ανάμεσα στην απομόνωση και την κοινωνικότητα - Η διπλή όψη του χαρακτήρα της

Η Δούκισσα της Πλακεντίας υπήρξε μια πολυσύνθετη προσωπικότητα που συνδύαζε την ακραία κοινωνικότητα με την απόλυτη απομόνωση. Δεν ήταν μια γυναίκα που «τσακωνόταν με όλους», αλλά μια περήφανη, ανεξάρτητη και οξυδερκής αριστοκράτισσα με έντονες ψυχικές μεταπτώσεις. Όταν ένιωθε ότι θίγονταν οι ιδέες, η ελευθερία ή η αισθητική της, δεν δίσταζε να έρθει σε ρήξη ακόμη και με τα πιο ισχυρά πρόσωπα της εποχής.

Οι μεγάλες συγκρούσεις και οι ηχηρές ρήξεις

Το 1826 γνώρισε στο Παρίσι τον Ιωάννη Καποδίστρια, με τον οποίο διατήρησε αρχικά θερμή φιλία και αλληλογραφία. Το 1829 εγκαταστάθηκε με την κόρη της Ελίζα στο Ναύπλιο. Ωστόσο, η πολιτική της στάση μεταβλήθηκε ριζικά. Θεωρώντας τη διοίκηση του Καποδίστρια συγκεντρωτική, ήρθε σε οξεία ρήξη μαζί του και αποχώρησε για την Ιταλία. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη το 1831, η Δούκισσα υπερασπίστηκε ανοιχτά τους Μαυρομιχαλαίους μέσα από δημόσια φυλλάδια.
Παράλληλα, απέφευγε συστηματικά τη Βασιλική Αυλή του Όθωνα, αντιπαθούσε τους Βαυαρούς και τους Φαναριώτες, ενώ η αρχική φιλία της με την περιβόητη Ιταλίδα πριγκίπισσα Belgiojoso κατέληξε σε σκληρή αντιπαλότητα. Ακόμη και με φιλικές οικογένειες, όπως τους Μαυρομιχαλαίους και τους Τρικούπηδες, ψυχράθηκε κατά καιρούς λόγω οικονομικών παρεξηγήσεων ή πολιτικών διαφωνιών, εμφανίζοντας μια χαρακτηριστική αστασία στις συμπάθειές της.

Ο θερμός κλειστός κύκλος και οι φιλολογικές εσπερίδες

Ταυτόχρονα όμως, η Δούκισσα διατηρούσε βαθιά αφοσιωμένες σχέσεις με έναν επιλεγμένο κύκλο ανθρώπων. Στο μέγαρό της διοργάνωνε τακτικά φιλολογικές εσπερίδες με απαγγελίες ποιημάτων και φιλοσοφικές συζητήσεις, υποδεχόμενη με θέρμη ξένους περιηγητές, διανοούμενους και αγωνιστές. Διατήρησε σταθερές φιλίες με τις οικογένειες Λεβίδη και Γεωργαντά, τον Γάλλο διπλωμάτη Boisguillebert, τον γιατρό της Δρ. Ράιζερ, τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη και τη Ρόζα Μπότσαρη . Ιδιαίτερη στοργή έδειχνε στις «μικρές της φίλες», τις ορφανές κόρες αγωνιστών που είχε υιοθετήσει, εκπαιδεύσει και αποκαταστήσει προικίζοντάς τες.
Δούκισσα της Πλακεντίας - η κόρης της Ελίζα

Η τραγωδία της Ελίζας, ο έρωτας με τον Κατσάκο και το αιώνιο πένθος 

Η ζωή της Δούκισσας σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από την προσωπική τραγωδία της μοναχοκόρης της, Καρολίνας - Ελίζας. Κατά τη διάρκεια μιας βόλτας στην Αθήνα, τα άλογα της αμάξάς τους αφηνιάσανε, αλλά τις έσωσε την τελευταία στιγμή ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, ανιψιός του Πετρόμπεη, αγωνιστής του ’21 και υπασπιστής του Βασιλιά Όθωνα. Ανάμεσα στην Ελίζα και τον Κατσάκο γεννήθηκε ένας θερμός έρωτας.
Το 1836, ο Κατσάκος συνόδευσε τον Όθωνα στη Βαυαρία, όπου προσβλήθηκε από επιδημία χολέρας στο Μόναχο και πέθανε. Η Ελίζα βυθίστηκε σε βαριά μελαγχολία. Προκειμένου να την παρηγορήσει, η Δούκισσα διοργάνωσε ταξίδι στην Ανατολή. Όμως, εξασθενημένη από τη θλίψη, η Ελίζα άφησε την τελευταία της πνοή στη Βηρυτό το 1837.
Ο αβάσταχτος πόνος για τον πρόωρο χαμό της μοναχοκόρης της, Ελίζας, οδήγησε τη Δούκισσα σε μια ακραία εκδήλωση μητρικής λατρείας. Αρνούμενη να αποδεχθεί τον θάνατό της, βαλσάμωσε τη σορό της και τη μετέφερε στην Αθήνα, τοποθετώντας την εντός μολύβδινης και γυάλινης λάρνακας στο υπόγειο της ξύλινης οικίας της στην Πειραιώς (οδός Μυλλέρου). Εκεί, ανάμεσα σε άνθη και αναμμένες λαμπάδες, κατέβαινε καθημερινά και της μιλούσε σαν να ήταν ζωντανή. Η τραγική αυτή «συγκατοίκηση» έλαβε απότομο και δραματικό τέλος τη νύχτα της 19ης Δεκεμβρίου 1847, όταν εκδηλώθηκε καταστροφική πυρκαγιά στο σπίτι. Οι φλόγες κατέστρεψαν ολοσχερώς την κατοικία και παρά τις προσπάθειες, το βαλσαμωμένο σώμα της Ελίζας κάηκε μαζί με το κτήριο, καθώς το μεγάλο βάρος της λάρνακας κατέστησε αδύνατη τη διάσωσή του μέσα από τη μανία της φωτιάς.

Τα αρχιτεκτονικά διαμάντια της Αθήνας και της Πεντέλης

Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση και τις καταγραφές των συγχρόνων της (όπως ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής και ο Edmond About), μια μάντισσα της είχε προφητεύσει ότι η αποπεράτωση των οικοδομών της θα αποτελούσε το σύνθημα του θανάτου της. Εξαιτίας αυτής της δεισιδαιμονίας, η Δούκισσα ξεκινούσε συνεχώς νέα κτίσματα και τα άφηνε επίτηδες ημιτελή. Μάλιστα, ο Άγγλος πρεσβευτής Thomas Wyse σημείωνε ότι ο φόβος αυτός την ωθούσε να διατηρεί μια ατελείωτη σειρά από ανολοκλήρωτες κατασκευές. Η προφητεία δεν επιβεβαιώθηκε, αφού ο θάνατός της το 1854 την βρήκε ενώ το Καστέλλο της Ροδοδάφνης (ο πύργος στην Πεντέλη) δεν είχε ολοκληρωθεί.
Πιθανότατα εξ' αιτίας αυτής της πρόληψης, η Δούκισσα της Πλακεντίας άφησε πίσω της μια σπουδαία αρχιτεκτονική παρακαταθήκη:
Βίλα Ιλίσσια - Η κατοικία της Δούκισσας της Πλακεντίας
Βίλα Ιλίσσια (Σημερινό Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο): Σχεδιασμένη από τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, αποτελούσε τη μόνιμη κατοικία της από το 1848 έως το 1854.

Maisonette - Δούκισσα της Πλακεντίας
Maisonette (Μαιζονέτα – «Μικρό Σπίτι»): Οικοδομήθηκε το 1840–1841 στους πρόποδες της Πεντέλης ως η πρώτη θερινή κατοικία της. Δίπλα στην Maisonette όρισε το σημείο ταφής της. Διατηρείται πλήρως ανακατασκευασμένη ως ιδιωτική κατοικία.

Plaisance - Δούκισσα της Πλακεντίας
Plaisance (Πλακεντία): Κτίστηκε το 1846 στη Λεωφόρο Πεντέλης, στην Πεντέλη. Η Plaisance είναι σήμερα ιδιωτική οικία διατηρώντας όμως τη λαξευμένη επιγραφή «Plaisance» στην πρόσοψη.

Tourelle - Δούκισσα της Πλακεντίας
Tourelle (Πυργίσκος): Ξεκίνησε να χτίζεται το 1846, δίπλα στην Plaisance, αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Σήμερα παραμένει ένα ερείπιο πάνω στη Λεωφόρο Πεντέλης. Προοριζόταν για τη φιλοξενία του προσωπικού της Δούκισσας αλλά και των ζώων της, μεταξύ των οποίων οι σκύλοι των Πυρηναίων που αγαπούσε και είχε πάντα κάποιους δίπλα της, αλλά και άλογα.

Καστέλλο της Ροδοδάφνης - Ο πύργος της Δούκισσας της Πλακεντίας
Καστέλλο της Ροδοδάφνης: Το εμβληματικό γοτθικό ανάκτορο στην Πεντέλη (σήμερα Δημοτικό Πολιτιστικό Κέντρο), που δεν ολοκληρώθηκε, και στο οποίο η Δούκισσα δεν έμεινε ποτέ. Πρότεινε στον Βασιλιά Όθωνα να το ολοκληρώσει με δικά του έξοδα και να το χρησιμοποιεί για 10 χρόνια ως εξοχικό, αλλά ό Οθωνας δεν δέχτηκε λόγω του μεγάλου κόστους ολοκλήρωσης.

Η πεντάτοξη μαρμάρινη γέφυρα της Δούκισσας της Πλακεντίας
Η πεντάτοξη γέφυρα στα Μελίσσια: Διατηρείται και χρησιμοποιείται έως σήμερα. Κατασκευασμένη με Πεντελικό μάρμαρο. Την έφτιαξε για να μεταφέρει τα μάρμαρα της Πεντέλης στη βίλα Ιλίσσια (Λεωφ. Βασιλίσσης Σοφίας).

Η γέφυρα του δάσους - Δούκισσα της Πλακεντίας
Η γέφυρα του δάσους: Μονότοξο πέτρινο γεφύρι μέσα στο δάσος που την διευκόλυνε στις βόλτες της για να περνάει το ποτάμι.

Οικία Ράϊζερ - Δούκισσα της Πλακεντίας
Οικία Ράιζερ (Dr. Reiser): Διώροφη οικία με στοά, σχεδιασμένη κατά το πρότυπο της Maisonette, την οποία έκτισε η Δούκισσα γύρω στο 1851 πίσω από το Μέγαρο Ιλισσίων (κοντά στη σημερινή οδό Μουρούζη) και τη δώρισε στον προσωπικό της γιατρό και αρχίατρο του Όθωνα, Δρ. Ερρίκο / Μπέρναρντ Ράιζερ. Το κτίσμα κατεδαφίστηκε κατά τις μεταγενέστερες ρυμοτομικές διαμορφώσεις της Αθήνας και δεν σώζεται σήμερα.

Η σκληρή διαμάχη με τη Μονή Πεντέλης και η τελική συμφωνία

Η απόκτηση της γης στην Πεντέλη υπήρξε αποτέλεσμα εξαιρετικά σκληρών διαπραγματεύσεων. Το 1839, η Μονή Πεντέλης υπέβαλε αρχική έκθεση ζητώντας να μην περιτειχιστεί το κτήμα, να επιτρέπεται η ελεύθερη βοσκή των κοπαδιών της και να απαγορευτεί η μεταβίβαση της γης σε μη Ορθόδοξους.
Όταν ο αρμόδιος Υπουργός διάβασε τους όρους αυτούς, αντέδρασε οργισμένα, επιστρέφοντας
το έγγραφο στον Ηγούμενο με τη φράση: «Για να γιατρέψει της ψυχής της τον πόνο από τονχαμό της κόρης της και να σας κάμει δρόμους, γεφύρια και βρύσες... εσείς εβάλατε τέτοιους όρους;! Πάρτην πίσω!». Τελικά, στις 27 Μαρτίου 1840 υπογράφηκε η οριστική συμφωνία για 1.738 στρέμματα έναντι 7.512 δραχμών.

Ευεργεσίες εκτός από τα κτίσματα που μας άφησε

Πέρα από την κατασκευή των επιβλητικών κτισμάτων, των δρόμων και των γεφυρών, η ευεργετική δράση της Δούκισσας της Πλακεντίας αγκάλιαζε την εκπαίδευση, τις τοπικές υποδομές και την άμεση κοινωνική μέριμνα.
Ήδη από τα χρόνια του Αγώνα, η κόρη της Ελίζα πούλησε τα οικογενειακά της διαμαντικά για να προσφέρει 9.000 φράγκα στους μαχόμενους Έλληνες, δηλώνοντας πως προτιμούσε να μην φορέσει ποτέ κοσμήματα προκειμένου να βοηθήσει την Ελλάδα. 
Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, η Δούκισσα αναδείχθηκε σε θερμή φιλέλληνα. Προσέφερε τεράστια χρηματικά ποσά (άνω των 40.000 φράγκων) για την ενίσχυση του Αγώνα, την περίθαλψη των ορφανών και την ίδρυση σχολείων στην Αίγινα και το Ναύπλιο.
Παράλληλα, η Δούκισσα ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη συντήρηση, τη μόρφωση και την κοινωνική αποκατάσταση δώδεκα ορφανών κοριτσιών αγωνιστών στην Αίγινα και το Ναύπλιο, παρέχοντάς τους ατομική διδασκαλία, γαλλική αγωγή αλλά και προίκα κατά τον γάμο τους.
Στις τοπικές κοινωνίες της Αττικής προσέφερε ουσιαστικά έργα κοινής ωφέλειας, όπως το στεγασμένο δημόσιο πλυντήριο στο Χαλάνδρι, ως δείγμα ευγνωμοσύνης προς τους κατοίκους που τη διέσωσαν από τον λήσταρχο Μπίμπιση, καθώς και δημόσιες μαρμάρινες κρήνες στην Πεντέλη με την επιγραφή «Τοις διαβάταις / Aux passants» για να ξεδιψούν οι οδοιπόροι και τα ζώα. 
Τέλος, λειτούργησε ως άτυπος οικονομικός αρωγός παρέχοντας δάνεια και χρηματικά βοηθήματα σε χειμαζόμενους αγωνιστές και επιφανείς Αθηναίους της εποχής.

Ο μύθος για τη σχέση της με τον Λήσταρχο Νταβέλη

Ένας από τους πιο διαδεδομένους και ατμοσφαιρικούς αστικούς θρύλους της Αττικής που δημιουργήθηκε στα μέσα του 20ού αιώνα, συνδέει τη Δούκισσα της Πλακεντίας με τον περιβόητο λήσταρχο Χρήστο Νταβέλη. Σύμφωνα με τον μύθο, η Δούκισσα διατηρούσε κρυφό ερωτικό δεσμό με τον ληστή και οι δυο τους συναντιόντουσαν μυστικά μέσω υποτιθέμενων υπόγειων στοών και κρυφών περασμάτων που συνέδεαν το Καστέλλο της Ροδοδάφνης με τη σπηλιά του Νταβέλη στο βουνό.
Ωστόσο, η ιστορική έρευνα καταρρίπτει πλήρως το αφήγημα αυτό ως μεταγενέστερη λαϊκή
μυθοπλασία. Η Δούκισσα απεβίωσε τον Μάιο του 1854 σε ηλικία 69 ετών. Το 1854 αφενός ο Νταβέλης δεν είχε δράση στην Αττική αφετέρου ήταν 22 ετών. Η δράση του Νταβέλη στην Αττική κορυφώθηκε αργότερα, μέχρι τον θάνατό του το 1856.
Η πραγματική ληστρική περιπέτεια της Δούκισσας συνέβη το 1846 και αφορούσε τον λήσταρχο Χρήστο Μπίμπιση, ο οποίος την αιχμαλώτισε προσωρινά στην Πεντέλη πριν διασωθεί από τους κατοίκους του Χαλανδρίου. Στη λαϊκή συνείδηση των νεότερων χρόνων, η μορφή του Μπίμπιση αντικαταστάθηκε από τον πιο «διάσημο» Νταβέλη, πλάθοντας τον μυθικό ερωτικό θρύλο.

Η ιδιόρρυθμη πίστη

Όσον αφορά τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις, ο Δημήτριος Καμπούρογλου σημειώνει ότι μετά τον θάνατο της Ελίζας, η Δούκισσα απομακρύνθηκε από τον Καθολικισμό και διαμόρφωσε μια προσωπική πίστη βασισμένη στην Παλαιά Διαθήκη και τον Μωυσή. Σχεδίαζε μάλιστα να
αναγείρει έναν μεγάλο βωμό στην κορυφή του Πεντελικού βουνού για να «συνδιαλέγεται μετά
του Θεού». Η Αθήνα έβλεπε μια γυναίκα ντυμένη στα λευκά σαν αρχαία Ελληνίδα και να κυκλοφορεί πάντα με τη συνοδεία τεράστιων σκύλων. Καταλαβαίνετε τις φήμες και τα σχόλια...

Η τύχη των τίτλων ευγενείας και η υστεροφημία στην Ελλάδα

Η Δούκισσα της Πλακεντίας απεβίωσε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 1854 σε ηλικία 69 ετών. Πέθανε στη βίλα Ιλίσσια (σημερινό Βυζαντινό και Χριστιανικό μουσείο). Ο σύζυγός της, Κάρολος Λεμπρέν, πέθανε στο Παρίσι το 1859. Επειδή δεν υπήρχαν επιζώντες άμεσοι απόγονοι, ο τίτλος του Δούκα της Πλακεντίας (Duc de Plaisance) μεταβιβάστηκε στους πλάγιους συγγενείς της οικογένειας Lebrun στη Γαλλία.
Στην Ελλάδα, το όνομα «Δούκισσα της Πλακεντίας» δεν χάθηκε. Έγινε ζωντανός θρύλος, περνώντας από την ιστορία στη λαογραφία και σφραγίζοντας για πάντα τον χάρτη της Αττικής, από τα μνημεία της Πεντέλης μέχρι τη λεωφόρο και τον κεντρικό σταθμό του Μετρό.