Δεν έχω χρόνο μάτια μου - Ο αμείλικτος χρόνος που περνά και κλείνει τα περάσματα
Το τραγούδι είναι σε στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου και μουσική του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Πρώτη εκτέλεση από την καταπληκτική Σωτηρία Λεονάρδου. Η δύναμη κάθε στίχου έγκειται στο να μην επιβάλει ένα ενιαίο νόημα, αλλά να λειτουργεί σαν καθρέφτης που αλλάζει ανάλογα με τον άνθρωπο που τον ακούει. Κάθε ακροατής μπορεί να αναγνωρίσει κάτι διαφορετικό μέσα τους. Μια προσωπική κούραση, έναν απολογισμό ζωής, μια στιγμή απόσυρσης ή απλώς μια σιωπηλή παρατήρηση του χρόνου που περνά. Δεν είναι στίχοι που «εξηγούνται» με έναν τρόπο. Είναι στίχοι που μετατοπίζουν το νόημά τους ανάλογα με την εμπειρία και τη διαδρομή του καθενός. Ίσως μάλιστα το νοήμά τους να μεταβάλλεται και στο ίδιο το άτομο ανάλογα τη στιγμή και την ψυχική του διάθεση. Γι’ αυτό και παραμένουν ζωντανοί, γιατί δεν κλείνουν την ερμηνεία, αλλά την αφήνουν ανοιχτή.«Για να σου κάνω νούμερα και να πουλήσω κέφι,Το τραγούδι ανοίγει με μια πικρή εξομολόγηση ενός ανθρώπου που μοιάζει κουρασμένος από τον ρόλο που χρειάστηκε να παίζει μέσα στη ζωή. Το «να πουλήσω κέφι» δεν αφορά μόνο τη διασκέδαση. Μοιάζει να μιλά για όλες εκείνες τις φορές που κάποιος αναγκάζεται να δείχνει ζωντανός, δυνατός ή χαρούμενος ενώ μέσα του έχει αρχίσει να αδειάζει. Τα «κέρματα στο ντέφι» δίνουν την εικόνα μιας ύπαρξης που συνέχισε να παίζει, να προσφέρει και να αντέχει όσο υπήρχε ανταπόκριση από τον κόσμο γύρω της. Όμως πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει βαθιά ειρωνεία. Σαν να κοιτά πια τη ζωή του από απόσταση και να αναρωτιέται τι πραγματική αξία είχαν τελικά όλα αυτά.
θέλω βροχή τα κέρματα να πέφτουνε στο ντέφι»
«Έκλεισα τα περάσματα κι άμα σε παίρνει πέρνα,Αυτός ο στίχος μοιάζει με δήλωση εσωτερικής οχύρωσης. Δεν περιγράφεται απλώς μια απομάκρυνση από τους άλλους. Υπάρχει η αίσθηση πως έχουν κλείσει συνειδητά όλα τα «περάσματα», όλες εκείνες οι διαδρομές που οδηγούν προς τον εσωτερικό κόσμο ενός ανθρώπου. Η λέξη «περάσματα» δεν παραπέμπει μόνο σε πόρτες ή εισόδους αλλά σε μονοπάτια επικοινωνίας, πρόσβασης και ανθρώπινης επαφής. Σαν να υπήρχαν κάποτε δρόμοι που οδηγούσαν προς αυτόν και τώρα έχουν αποκλειστεί.
μόνο αγάπες μη ζητάς, σε ένα τραγούδι κόλλησα σαν γέρικη λατέρνα»
Η φράση «κι άμα σε παίρνει πέρνα» αλλάζει τελείως τον τόνο. Δεν είναι μια απλή άρνηση. Είναι πρόκληση. Δεν ζητά κανέναν κοντά του ούτε το απαγορεύει. Σαν να λέει: «αν έχεις τη δύναμη, αν αντέχεις, δοκίμασε». Αυτό κάνει τον στίχο βαθιά ανθρώπινο, γιατί πίσω από τη σκληρότητα κρύβεται συχνά η πληγή. Οι άνθρωποι που υψώνουν τα μεγαλύτερα τείχη είναι πολλές φορές εκείνοι που κουράστηκαν να αφήνουν τους άλλους να περνούν μέσα τους και να φεύγουν αφήνοντας φθορά.
Μέσα στην ίδια στροφή εμφανίζεται και η εικόνα της «γέρικης λατέρνας», ίσως το πιο βαθύ σύμβολο του τραγουδιού. Η λατέρνα είναι παλιά, φθαρμένη, και συνεχίζει να παίζει ασταμάτητα τον ίδιο σκοπό. Έτσι δημιουργείται η αίσθηση μιας ζωής εγκλωβισμένης στις αναμνήσεις και στις επαναλήψεις, σαν να ζει περισσότερο μέσα στο παρελθόν παρά στο παρόν. Δεν υπάρχει πια η ορμή για καινούργιες αρχές, μόνο η αίσθηση μιας ύπαρξης που συνεχίζει μηχανικά, κουβαλώντας όσα έζησε.
«Μην ψάχνεις μες τα μάτια μου μια φλόγα να χορεύει,Εδώ το τραγούδι αποκτά έντονα υπαρξιακή διάσταση. Η «φλόγα» στα μάτια δεν είναι μόνο το πάθος ή η διάθεση για ζωή, είναι η ίδια η ζωτική δύναμη που μοιάζει να χαμηλώνει. Οι στίχοι δεν μιλούν για άνθρωπο που δεν έζησε. Αντίθετα, δίνουν την αίσθηση μιας ύπαρξης που κάποτε έκαιγε από ένταση και εσωτερική φωτιά. Όμως τώρα αυτή η δύναμη έχει χαθεί «και κάπου αλητεύει», σαν να απομακρύνθηκε και να ανήκει πλέον σε μια άλλη εποχή της ζωής. Μέσα στους στίχους υπάρχει η θλίψη ενός ανθρώπου που αισθάνεται να φθείρεται όχι μόνο ψυχικά αλλά και υπαρξιακά, σαν να παρακολουθεί το φως μέσα του να σβήνει αργά.
το πάθος μου το έχασα και κάπου αλητεύει»
«Δεν έχω χρόνο μάτια μου να ψάχνω για ελπίδες,Σε αυτή τη στροφή ενώνονται η υπαρξιακή κόπωση και η επίγνωση της θνητότητας. Το «Δεν έχω χρόνο» δεν ακούγεται μόνο μεταφορικά. Μοιάζει σαν παραδοχή ανθρώπου που νιώθει πως ο χρόνος της ζωής του λιγοστεύει πραγματικά. Το «το πιο πολύ το έζησα» θυμίζει απολογισμό μιας ολόκληρης διαδρομής, γεμάτης ένταση, εμπειρίες και φθορά. Και τώρα απομένουν «τα μικρά», λίγες ήσυχες στιγμές φωτός, «δυο τελευταίες αχτίδες». Η εικόνα θυμίζει το τελευταίο φως πριν τη δύση του ήλιου. Δεν υπάρχει κραυγή ούτε απόλυτη απελπισία. Υπάρχει μια ήρεμη, σχεδόν πικρή αποδοχή πως η ζωή πλησιάζει στο τέλος της και πως ό,τι απέμεινε αποκτά μεγαλύτερη αξία ακριβώς επειδή είναι λίγο.
το πιο πολύ το έζησα, τώρα μου μένουν τα μικρά
δυο τελευταίες αχτίδες»

