Αλεπού: Ο «πονηρός» κυνηγός της φύσης, οι μύθοι και η σύγχρονη πραγματικότητα στην Ελλάδα
Η αλεπού αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα, ευκίνητα και παρεξηγημένα θηλαστικά του πλανήτη μας. Ανήκει στην οικογένεια των Κυνιδών και έχει καταφέρει να επιβιώσει σε μερικά από τα πιο αφιλόξενα περιβάλλοντα της Γης χάρη στην απαράμιλλη προσαρμοστικότητα και την ευφυΐα της.
Στην Ελλάδα, η σχέση μας μαζί της ισορροπεί ανάμεσα στην πλούσια λαογραφική παράδοση και στις σύγχρονες προκλήσεις της δημόσιας υγείας και της αστικοποίησης.Ετυμολογία: Πώς πήρε το όνομά της;
Η ονοματολογία της αλεπούς κρύβει το δικό της ενδιαφέρον, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν. Το ελληνικό της όνομα προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ἀλώπηξ, της οποίας η ετυμολογία συνδέεται με τη φωλιά του ζώου ή με την ταχύτητα και την ευελιξία του. Αξίζει να σημειωθεί ότι από την ίδια ρίζα προέρχεται και ο ιατρικός όρος αλωπεκία, που δηλώνει την τριχόπτωση, λόγω της έντονης εποχιακής αλλαγής του τριχώματος που παρουσιάζει το συγκεκριμένο θηλαστικό. Όσον αφορά το επιστημονικό της όνομα, αυτό είναι Vulpes vulpes. Η λέξη vulpes προέρχεται από τα λατινικά, σημαίνει απλώς αλεπού και χρησιμοποιείται στην παγκόσμια επιστημονική ταξινόμηση για να δηλώσει το συγκεκριμένο γένος.
Πόσα είδη αλεπούς υπάρχουν στην Ελλάδα και πού ζουν;
Παρά το γεγονός ότι σε όλο τον κόσμο καταγράφονται περίπου δώδεκα πραγματικά είδη αλεπούδων, όπως η πολική αλεπού ή η αλεπού της ερήμου fennec, στην ελληνική φύση υπάρχει μόνο ένα είδος, η κόκκινη αλεπού. Αν και το είδος είναι μοναδικό, παρουσιάζει ορισμένες γεωγραφικές και χρωματικές παραλλαγές ανάλογα με την περιοχή. Για παράδειγμα, οι πληθυσμοί που ζουν σε απομονωμένα νησιά, όπως η Κρήτη, τείνουν να είναι ελαφρώς μικρότεροι σε μέγεθος και με διαφορετικές αποχρώσεις στο τρίχωμα σε σχέση με τις αλεπούδες της Πίνδου ή της Θράκης, καθώς προσαρμόζονται στο μικροκλίμα του κάθε τόπου. Επιπλέον, το χρώμα τους μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την εποχή του έτους, εμφανίζοντας πιο γκρίζους, κιτρινωπούς ή καφετί τόνους κατά την περίοδο της αλλαγής του τριχώματος.
Η κόκκινη αλεπού έχει τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση από όλα τα σαρκοφάγα ξηράς, αφού ζει σε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο και στην Αυστραλία, όπου εισήχθη από τον άνθρωπο. Στην πατρίδα μας τη συναντάμε σε δάση, λιβάδια, θαμνώνες, αγροτικές εκτάσεις, αλλά πλέον όλο και συχνότερα σε ημιαστικές και αστικές περιοχές.
Όσον αφορά τις μετακινήσεις της, η αλεπού δεν μεταναστεύει με την κλασική έννοια του όρου, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τα πουλιά, καθώς πρόκειται για ένα έντονα εδαφικό ζώο. Ωστόσο, παρουσιάζει το φαινόμενο της διασποράς, κατά το οποίο τα νεαρά άτομα, μόλις φτάσουν στην εφηβεία, εγκαταλείπουν οριστικά την περιοχή των γονιών τους και διανύουν μεγάλες αποστάσεις για να αναζητήσουν και να εδραιώσουν τη δική τους αυτόνομη επικράτεια.
Οι διατροφικές συνήθειες και οι φυσικοί εχθροί
Η αλεπού είναι ένα παμφάγο ζώο και ένας εξαιρετικά ικανός, οπορτουνιστής κυνηγός. Η καθημερινή διατροφή της περιλαμβάνει κυρίως μικρά τρωκτικά όπως ποντίκια και τυφλοπόντικες, λαγούς, κουνέλια, έντομα, γαιοσκώληκες και ερπετά. Το φθινόπωρο εμπλουτίζει το διαιτολόγιό της με φρούτα, μούρα και διάφορους καρπούς, ενώ όταν πλησιάζει σε κατοικημένες περιοχές δεν θα διστάσει να αναζητήσει οικιακά πτηνά ή υπολείμματα ανθρωπίνων τροφών.
Στο φυσικό περιβάλλον, οι κυριότεροι εχθροί της είναι τα μεγαλύτερα σαρκοφάγα, όπως ο λύκος, ο λύγκας και το τσακάλι, ενώ τα μεγάλα αρπακτικά πουλιά αποτελούν μόνιμη απειλή για τα μικρά αλεπουδάκια. Παρά τους φυσικούς κινδύνους, ο μεγαλύτερος εχθρός της παραμένει ο άνθρωπος, κυρίως μέσα από τα τροχαία ατυχήματα στο οδικό δίκτυο, την καταστροφή των φυσικών βιοτόπων και την παράνομη χρήση δηλητηριασμένων δολομάτων στην ύπαιθρο.
Έμφαση σε μύθους, θρύλους και παραδόσεις
Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η αλεπού κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια λαογραφία. Σχεδόν σε όλους τους πολιτισμούς, θεωρείται το απόλυτο σύμβολο της πονηριάς, της διπλωματίας, της ευστροφίας αλλά και της ικανότητας επιβίωσης κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.
Στην ελληνική παράδοση, ο Αίσωπος ήταν εκείνος που καθιέρωσε την αλεπού ως το πιο έξυπνο ζώο του δάσους μέσα από τους περίφημους μύθους του. Ιστορίες όπως «Η αλεπού και τα σταφύλια», από την οποία γεννήθηκε η γνωστή παροιμιώδης φράση για όσα δεν φτάνει η αλεπού, ή «Η αλεπού και ο κόρακας» αναδεικνύουν την απαράμιλλη ικανότητά της να χρησιμοποιεί την κολακεία, την υπομονή και το τέχνασμα για να πετυχαίνει πάντα το σκοπό της.
Η παρουσία της είναι εξίσου έντονη και στην παγκόσμια λαογραφία. Στην ιαπωνική μυθολογία, η αλεπού, γνωστή ως Kitsune, είναι ένα ιερό πνεύμα με μαγικές δυνάμεις, το οποίο όσο γερνάει και αποκτά σοφία, τόσο περισσότερες ουρές βγάζει, με ανώτατο όριο τις εννέα, ενώ έχει και την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε όμορφη γυναίκα. Στις μεσαιωνικές αλληγορίες της Δυτικής Ευρώπης, ο Reynard ο Αλεπούς αποτελεί έναν λαϊκό ήρωα, έναν κατεργάρη που καταφέρνει πάντα να ξεγελά την εκκλησία, τους ευγενείς και τον βασιλιά λιοντάρι, αντιπροσωπεύοντας έτσι την έξυπνη αντίσταση του απλού λαού απέναντι στην αυταρχική εξουσία. Τέλος, στην παράδοση των ιθαγενών της Αμερικής, η αλεπού παίρνει συχνά τον ρόλο του Trickster, ενός όντος που άλλοτε κλέβει τη φωτιά για να τη δώσει στους ανθρώπους και άλλοτε ανατρέπει την καθεστηκυία τάξη με σκοπό να διδάξει ένα μάθημα σοφίας και ταπεινότητας.
Το σημερινό καθεστώς προστασίας
Στην Κόκκινη Λίστα της Διεθνούς Ένωσης Προστασίας της Φύσης (IUCN), η κόκκινη αλεπού κατατάσσεται στα είδη Ελάχιστης Ανησυχίας λόγω του σταθερού και ισχυρού πληθυσμού της σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην Ελλάδα, πολλοί αναρωτιούνται αν πρόκειται για επικηρυγμένο ζώο. Η απάντηση είναι αρνητική, καθώς η πρακτική της επικήρυξης, δηλαδή η καταβολή χρηματικής αμοιβής από το κράτος για τη θανάτωση άγριων ζώων, καταργήθηκε οριστικά και νομοθετικά το 1993. Τότε αφαιρέθηκε ο όρος επιβλαβές από την ελληνική θηραματική νομοθεσία και αναγνωρίστηκε ο πολύτιμος οικολογικός της ρόλος στον έλεγχο των πληθυσμών των τρωκτικών. Σήμερα, η διαχείρισή της γίνεται αποκλειστικά μέσω της Ετήσιας Ρυθμιστικής Απόφασης για το Κυνήγι, η οποία επιτρέπει τη θήρευσή της μόνο κατά τη διάρκεια της επίσημης κυνηγετικής περιόδου, χωρίς να προσφέρει κανένα απολύτως οικονομικό όφελος στον κυνηγό.
Η αλεπού στον αστικό ιστό: Αστικοποίηση και ασθένειες σύμφωνα με την ANIMA
Τα τελευταία χρόνια, η σχέση της αλεπούς με το ανθρωπογενές περιβάλλον έχει αλλάξει δραματικά στην πατρίδα μας. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία από τον Σύλλογο Προστασίας και Περίθαλψης Άγριας Ζωής (ANIMA), το φαινόμενο της αστικοποίησης της αλεπούς είναι πλέον ιδιαίτερα έντονο, με τα ζώα να εμφανίζονται όλο και πιο συχνά στα προάστια της Αθήνας και άλλων μεγάλων πόλεων.
Οι αλεπούδες ελκύονται στον αστικό ιστό από την εύκολη εύρεση τροφής, όπως τα οικιακά σκουπίδια και οι τροφές που αφήνουν οι πολίτες για τα αδέσποτα ζώα, αλλά και από την πλήρη απουσία φυσικών εχθρών μέσα στις πόλεις. Η ANIMA τονίζει με έμφαση ότι οι πολίτες δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να τις ταΐζουν εσκεμμένα, καθώς με αυτόν τον τρόπο τα ζώα χάνουν τον άγριο χαρακτήρα τους και εξαρτώνται επικίνδυνα από τον άνθρωπο για την επιβίωσή τους.
Παράλληλα, η ANIMA δέχεται συχνά κλήσεις από ανησυχούντες πολίτες για αλεπούδες με εξαντλημένη όψη και απώλεια τριχώματος. Στη συντριπτική τους πλειονότητα, τα ζώα αυτά δεν πάσχουν από λύσσα, αλλά από σαρκοπτική ψώρα. Πρόκειται για μια δερματική ασθένεια που προκαλείται από παράσιτα και προκαλεί έντονη εξασθένηση, η οποία όμως είναι πλήρως θεραπεύσιμη αν το ζώο περισυλλεγεί έγκαιρα από τους εθελοντές και λάβει την κατάλληλη κτηνιατρική φροντίδα.
Το εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμού κατά της λύσσας και ο ρόλος των δασαρχείων
Η λύσσα αποτελεί μια θανατηφόρο ιογενή νόσο που προσβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα των θηλαστικών και του ανθρώπου. Μετά την επανεμφάνιση της νόσου στην Ελλάδα το 2012, τέθηκε σε εφαρμογή ένα εκτεταμένο επιχειρησιακό σχέδιο εμβολιασμού της άγριας πανίδας, το οποίο συντονίζεται από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και τα κατά τόπους Δασαρχεία. Η μέθοδος αυτή βασίζεται στην από αέρος ρίψη ειδικών εμβολίων-δολομάτων και εκτελείται δύο φορές το χρόνο, την άνοιξη και το φθινόπωρο, στις βόρειες και βορειοδυτικές συνοριακές περιοχές της χώρας.
Τα δολώματα αυτά είναι μικροί κύβοι με έντονη οσμή ιχθυάλευρου ή ζωικού λίπους που προσελκύουν τις αλεπούδες από μεγάλες αποστάσεις. Στο εσωτερικό του κύβου κρύβεται μια πλαστική κάψουλα με το εμβόλιο σε υγρή μορφή. Όταν η αλεπού δαγκώσει το δόλωμα, η κάψουλα σπάει στο στόμα της, το υγρό έρχεται σε επαφή με τις αμυγδαλές και τον βλεννογόνο, και το ζώο αναπτύσσει αντισώματα, δημιουργώντας έναν ισχυρό τοίχο ανοσίας στη φύση. Τα ειδικά αεροπλάνα πραγματοποιούν πτήσεις ρίχνοντας συγκεκριμένο αριθμό δολομάτων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, ενώ βάσει νόμου απαγορεύεται αυστηρά η ρίψη τους πάνω από κατοικημένες περιοχές, πόλεις, εθνικές οδούς και μεγάλες λίμνες.
Για να ελεγχθεί επιστημονικά αν οι εμβολιασμοί είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα, το κράτος εφαρμόζει προγράμματα παθητικής και ενεργητικής επιτήρησης, προσφέροντας μια οικονομική αποζημίωση έως 50 ευρώ για την προσκόμιση δειγμάτων στις κτηνιατρικές αρχές. Η παθητική επιτήρηση αφορά τη συλλογή αλεπούδων που βρίσκονται ήδη νεκρές από τροχαία ή φυσικά αίτια, και τα χρήματα λειτουργούν ως κάλυψη των εξόδων μεταφοράς και των αυστηρών μέτρων βιοασφάλειας που απαιτούνται για τη διαχείριση ενός πιθανώς μολυσμένου ζώου.
Η ενεργητική επιτήρηση αφορά τη συλλογή δειγμάτων από υγιή ζώα, η οποία γίνεται αποκλειστικά από επώνυμα ορισμένους θηροφύλακες και κυνηγούς που συγκροτούν ειδικά συνεργεία δίωξης του Δασαρχείου. Στο εργαστήριο ελέγχονται τα δόντια του ζώου για την ανίχνευση ενός ειδικού δείκτη που αποδεικνύει ότι η αλεπού κατανάλωσε το δόλωμα, καθώς και το αίμα της για την ύπαρξη αντισωμάτων.
Αυτή η διαδικασία δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση έμμεση επικήρυξη, καθώς το πρόγραμμα λειτουργεί με αυστηρό επιστημονικό ταβάνι και ποσόστωση, που ορίζει τη συλλογή ακριβώς δύο αλεπούδων ανά εκατό τετραγωνικά χιλιόμετρα. Μόλις συμπληρωθεί ο αριθμός των δύο δειγμάτων για το εκάστοτε γεωγραφικό τετράγωνο του χάρτη, η Κτηνιατρική Υπηρεσία κλείνει το πρόγραμμα και απορρίπτει αυτόματα οποιοδήποτε άλλο ζώο, εκμηδενίζοντας κάθε περιθώριο για μαζική ή ανεξέλεγκτη θανάτωση με σκοπό το κέρδος.
Η αλεπού είναι ένας απαραίτητος και πολύτιμος κρίκος στην αλυσίδα του ελληνικού οικοσυστήματος, προστατεύοντας τη φύση και τις καλλιέργειες από τη μάστιγα των τρωκτικών. Παρά τους παλιούς λαογραφικούς μύθους που την ήθελαν δόλια και επιβλαβή, η σύγχρονη συνύπαρξή μας μαζί της απαιτεί επιστημονική γνώση, σεβασμό στην άγρια ζωή και πιστή τήρηση των κανόνων δημόσιας υγείας.

.jpg)
