Κότσυφας ή Κοτσύφι: Το τραγούδι, οι μύθοι και η ζωή του

Κότσυφας ή Κοτσύφι (Turdus merula): Ο μαύρος Τροβαδούρος από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα 
Κότσυφας (Turdus merula) με σκουλήκια στο ράμφος

Αν υπάρχει ένας ήχος που μπορεί να ορίσει την ηρεμία ενός ανοιξιάτικου δειλινού, αυτός είναι το καθαρό, μελωδικό κελάηδισμα του Κότσυφα. Είτε τον αποκαλούμε με την πιο λόγια μορφή «κότσυφας», είτε με το οικείο «κοτσύφι», πρόκειται για το ίδιο πουλί που συνοδεύει διακριτικά την καθημερινότητά μας, από τα δάση μέχρι τα πάρκα και τις γειτονιές των πόλεων. Είναι από εκείνα τα πλάσματα που, ακόμη κι αν δεν τα προσέξεις με την πρώτη ματιά, δύσκολα ξεχνάς όταν τα ακούσεις.

Προέλευση Ονόματος

Το όνομά του έχει βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα. Οι αρχαίοι Έλληνες τον αποκαλούσαν «κόσσυφο» ή «κόττυφο», μια λέξη πιθανότατα ηχομιμητικής ή άγνωστης προέλευσης, που με το πέρασμα των αιώνων εξελίχθηκε στη σημερινή της μορφή. Στη σύγχρονη επιστημονική ονοματολογία είναι γνωστός ως Turdus merula, όπου το Turdus δηλώνει το γένος των τσιχλών και το merula αναφέρεται ειδικά στον κότσυφα.

Κρασί από το όνομά του

Η παρουσία του όμως δεν περιορίζεται μόνο στη φύση και τη γλώσσα. Έχει αφήσει το αποτύπωμά του ακόμη και στον κόσμο του κρασιού. Η γνωστή ποικιλία Merlot πήρε το όνομά της από τη γαλλική λέξη merle, που σημαίνει κότσυφας, με το υποκοριστικό merlot να αποδίδεται ως «μικρός κότσυφας». Η ονομασία αυτή πιθανότατα σχετίζεται είτε με το βαθύ σκούρο χρώμα των σταφυλιών είτε με τη συνήθεια των κοτσυφιών να τρέφονται με ώριμους καρπούς. 

Κότσυφας (Turdus merula) Θηλυκό

Φυσιολογία του Κότσυφα

Στην πράξη, ο κότσυφας είναι ένα από τα πιο εύκολα αναγνωρίσιμα πουλιά. Το αρσενικό ξεχωρίζει από το κατάμαυρο φτέρωμά του και το έντονο πορτοκαλοκίτρινο ράμφος, ενώ το θηλυκό είναι πιο διακριτικό, με καφέ αποχρώσεις. Τα νεαρά άτομα εμφανίζουν μικρά στίγματα, κάτι που τα βοηθά να καμουφλάρονται καλύτερα στο περιβάλλον τους. Παρά την απλή του εμφάνιση, το τραγούδι του είναι από τα πιο πλούσια και μελωδικά στην Ευρώπη, με φράσεις που επαναλαμβάνονται και παραλλαγές που ακούγονται κυρίως νωρίς το πρωί και το σούρουπο.

Η ζωή του κότσυφα είναι στενά δεμένη με το έδαφος. Εκεί αναζητά την τροφή του - γαιοσκώληκες, έντομα, σαλιγκάρια - σκαλίζοντας το χώμα με χαρακτηριστικές κινήσεις. Όταν όμως αλλάζουν οι εποχές, προσαρμόζεται εύκολα, στρεφόμενος σε φρούτα και μούρα. Αυτή η προσαρμοστικότητα είναι και ο λόγος που κατάφερε να εγκαταλείψει σταδιακά τα καθαρά δασικά περιβάλλοντα και να «κατέβει» στις πόλεις ήδη από τον 19ο αιώνα. Σήμερα, δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο να φωλιάζει σε θάμνους, δέντρα ή ακόμη και σε μπαλκόνια και γλάστρες, βρίσκοντας καταφύγιο εκεί όπου άλλοτε δύσκολα θα επιβίωνε.

Εχθροί

Παρά την εξοικείωσή του με τον άνθρωπο, οι κίνδυνοι παραμένουν. Οι οικόσιτες γάτες αποτελούν ίσως τη σημαντικότερη απειλή στις αστικές περιοχές, ενώ αρπακτικά πουλιά όπως το ξεφτέρι μπορούν να τον κυνηγήσουν στον αέρα. Παράλληλα, κορακοειδή όπως η καρακάξα εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία για να λεηλατήσουν φωλιές, ενώ η χρήση φυτοφαρμάκων επηρεάζει άμεσα την τροφή του και τη συνολική ισορροπία του οικοσυστήματος. Ο Κότσυφας γίνεται τολμηρός και θαρραλέος προκειμένου να προστατέψει τη φωλιά του και τα μικρά του.  Εάν δείτε Κότσυφα να φωνάζει και να προκαλεί γάτα, ακόμα και να της επιτίθεται, είναι γιατί κάπου δίπλα έχει φωλιά ή μικρό. 
Και βέβαια δεν θα μπορούσε να λείψει από τους εχθρούς ο άνθρωπος. Είτε γιατί του καταστρέφει τους βιότοπους, είτε γιατί στις πόλεις κλαδεύει δέντρα που φιλοξενούν φωλιές, είτε γιατί τον σκοτώνει... 
Κότσυφας (Turdus merula) με φαγητό για τη φωλιά

Ο Κότσυφας στους μύθους και την παράδοση

Δεν είναι τυχαίο ότι ο κότσυφας έχει περάσει και στη σφαίρα του μύθου και της παράδοσης. Σε μια παλιά ιστορία, λέγεται πως ήταν κάποτε λευκός, αλλά μαύρισε όταν κρύφτηκε σε καμινάδα για να γλιτώσει από το κρύο του Μάρτη
Το κελάηδισμά του θεωρήθηκε σύμβολο της Άνοιξης, ενώ σε λαϊκές δοξασίες του αποδόθηκαν ακόμη και «προγνωστικές» ιδιότητες για τον καιρό.
Η μορφή του όμως δεν έμεινε μόνο εκεί· πέρασε και στη σύγχρονη ελληνική κουλτούρα, μέσα από τη μουσική και την ποίηση, όπως στο έργο του Διονύση Σαββόπουλου, όπου ο κότσυφας γίνεται σύμβολο: 
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας κότσυφας που τον λέγαν Σταύρο.
Απέκτησε φωλιά και κοτσυφόπουλα και τόσο περήφανος αισθάνθηκε, που βγήκε και κάθονταν στο κλαδί, καμαρωτός καμαρωτός.
Από μακριά έρχονται όλα τα πουλιά του δάσους.
Μπεκάτσες, τσίχλες, περιστέρια, αηδόνια, τσαλαπετεινοί και παγόνια από μακριά τον χαιρετάνε κι από κοντά του λένε:
-Γεια σου, Σταύρο.
-Δεν με λένε Σταύρο, μόν’ με λένε Σταύρο και κυρ-Σταύρο και αφέντη Τσουτσουλομύτη!
Αλλάζει, όμως, ο καιρός, να βροχές, να χαλάζια, να κεραυνοί… πάει η φωλιά, παν τα κοτσυφόπουλα, παν όλα.
Βγήκε και κάθονταν στο κλαδί, μονάχος.
Κι από μακριά έρχονται όλα τα πουλιά του δάσους.
Μπεκάτσες, τσίχλες, περιστέρια, αηδόνια, τσαλαπετεινοί και παγόνια από μακριά τον χαιρετάνε κι από κοντά του λένε:
– Γεια σου Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη Τσουτσουλομύτη!
– Δεν με λένε Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη Τσουτσουλομύτη. Μόνο Σταύρο με λένε…μόνο Σταύρο…

Κότσυφας (Turdus merula) μικρό Κοτσυφάκι με τα χαρακτηριστικά στίγματα

Έτσι, ο κότσυφας δεν είναι απλώς ένα κοινό πουλί της γειτονιάς. Είναι ένας ζωντανός κρίκος που ενώνει την αρχαία γλώσσα με τη σύγχρονη ζωή, τη φύση με την πόλη, τον μύθο με την πραγματικότητα. Και ίσως, κάθε φορά που το τραγούδι του γεμίζει τον αέρα, να μας θυμίζει κάτι απλό αλλά ουσιαστικό: ότι η ομορφιά βρίσκεται συχνά εκεί που δεν την περιμένουμε.

Εκτός από τον Κότσυφα τον μαύρο που ξέρουμε όλοι, υπάρχει (κλικ) και ο Γαλαζοκότσυφας.

Τέλος, αν θέλετε, εδώ: μπορείτε να δείτε ακόμη περισσότερα πουλιά της Ελλάδας.