Αν δείτε ένα πουλί να «στέκεται» ακίνητο στον αέρα πάνω από χωράφι ή να χρησιμοποιεί πασσάλους και σύρματα ως παρατηρητήρια, πρόκειται σχεδόν πάντα για το Βραχοκιρκίνεζο, ένα από τα πιο γνωστά αρπακτικά της Ελλάδας. Με μήκος περίπου 35 cm και άνοιγμα φτερών περίπου 70 cm, αυτός ο ικανότατος ιπτάμενος καταφέρνει να κάνει «κρέμασμα» (hovering - αιωροπτέριση), όπου αιωρείται σχεδόν ακίνητο για να εντοπίσει τη λεία του.
Εχει κίτρινα πόδια, ράμφος κεράτινο με σκούρα άκρη, και σκούρο, διαπεραστικό μάτι για εξαιρετική όραση.
Εχει κίτρινα πόδια, ράμφος κεράτινο με σκούρα άκρη, και σκούρο, διαπεραστικό μάτι για εξαιρετική όραση.
Το βραχοκιρκίνεζο παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό, δηλαδή το αρσενικό είναι διαφορετικό από το θηλυκό. Το Αρσενικό έχει γκριζογάλανο κεφάλι, ουρά με μαύρη ταινία και καστανή ράχη.
Το θηλυκό είναι πιο ομοιόμορφα καστανό με έντονες ραβδώσεις και δεν έχει γκρίζο στο κεφάλι.
Η ονομασία «κιρκινέζι» προέρχεται από τις αρχαίες λέξεις για μικρά γεράκια κίρκις - κίρκινος. Το πρόθεμα «βραχο-» συνδέεται με τις παραδοσιακές θέσεις φωλιάσματος, συχνά σε βραχώδεις περιοχές.
Ζει σε ανοιχτά τοπία, αγρούς, λιβάδια, βραχώδεις πλαγιές και άκρες οικισμών.
Τρέφεται κυρίως με τρωκτικά, αλλά και έντομα, σαύρες και μικρά πουλιά, αποτελώντας πολύτιμο σύμμαχο των αγροτών.
Στην Ελλάδα είναι κυρίως μόνιμο είδος, με ορισμένους πληθυσμούς να μετακινούνται νότια τον χειμώνα.
Φωλιάζει από Μάρτιο έως Μάιο σε κοιλότητες βράχων, κτιρίων ή σε παλιές φωλιές άλλων πουλιών.
Γεννά 3–6 αυγά, με επώαση 27–29 ημερών. Και οι δύο γονείς ταΐζουν τους νεοσσούς.
Τα μικρά πετούν περίπου σε 30–31 ημέρες και παραμένουν εξαρτημένα για 1–2 εβδομάδες ακόμα.
Το θηλυκό είναι πιο ομοιόμορφα καστανό με έντονες ραβδώσεις και δεν έχει γκρίζο στο κεφάλι.
Η ονομασία «κιρκινέζι» προέρχεται από τις αρχαίες λέξεις για μικρά γεράκια κίρκις - κίρκινος. Το πρόθεμα «βραχο-» συνδέεται με τις παραδοσιακές θέσεις φωλιάσματος, συχνά σε βραχώδεις περιοχές.
Ζει σε ανοιχτά τοπία, αγρούς, λιβάδια, βραχώδεις πλαγιές και άκρες οικισμών.
Τρέφεται κυρίως με τρωκτικά, αλλά και έντομα, σαύρες και μικρά πουλιά, αποτελώντας πολύτιμο σύμμαχο των αγροτών.
Στην Ελλάδα είναι κυρίως μόνιμο είδος, με ορισμένους πληθυσμούς να μετακινούνται νότια τον χειμώνα.
Φωλιάζει από Μάρτιο έως Μάιο σε κοιλότητες βράχων, κτιρίων ή σε παλιές φωλιές άλλων πουλιών.
Γεννά 3–6 αυγά, με επώαση 27–29 ημερών. Και οι δύο γονείς ταΐζουν τους νεοσσούς.
Τα μικρά πετούν περίπου σε 30–31 ημέρες και παραμένουν εξαρτημένα για 1–2 εβδομάδες ακόμα.






