Χαλκόκοτα στην Ελλάδα: Video, φωτογραφίες, χαρακτηριστικά & ιστορία

Οι Χαλκόκοτες (Plegadis falcinellus), γνωστές διεθνώς ως Glossy Ibis, είναι πελαργόμορφα πουλιά μέσου μεγέθους της οικογένειας των Θρησκειορνιθιδών (Threskiornithidae), στην οποία ανήκουν επίσης οι Ίβιδες.  
Η ονομασία «Θρησκειορνιθίδες» προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «θρήσκεια» και «όρνις - όρνιθα» και έχει ιστορική βάση. Οι Ίβιδες συνδέονταν στενά με την αρχαία Αίγυπτο, όπου θεωρούνταν ιερά πουλιά. Ιδιαίτερα συνδέονταν με τον θεό Θωθ, θεότητα της σοφίας και της γραφής, που απεικονιζόταν με κεφάλι Ίβιδας. Έχουν βρεθεί μάλιστα πολυάριθμες μουμιοποιημένες Ίβιδες ως αφιερώματα. Έτσι, η επιστημονική ονομασία της οικογένειας έχει πολιτισμική και όχι βιολογική προέλευση. Η Ίερή Ίβις (Threskiornis aethiopicus), το πουλί που συνδέθηκε με τον θεό Θωθ στην αρχαία Αίγυπτο, σήμερα δεν υπάρχει στην Αίγυπτο. Εχει εξαφανιστεί από τη χώρα και ζει αλλού. 

Οι Χαλκόκοτες ξεχωρίζουν για το σκουρόχρωμο φτέρωμά τους, που στο φως αποκαλύπτει εντυπωσιακές μεταλλικές αποχρώσεις πράσινου, μωβ και χαλκού. Διαθέτουν μακριά πόδια και χαρακτηριστικό, λεπτό ράμφος καμπυλωμένο προς τα κάτω.
Τις βρίσκουμε σε υγροτόπους γλυκού και αλμυρού νερού, όπως λίμνες, ποτάμια, δέλτα και λιμνοθάλασσες. Στην Ελλάδα φωλιάζουν σε αποικίες μέσα σε καλάμια, θάμνους ή δέντρα, κυρίως σε μεγάλους υγροτόπους όπως η Λίμνη Κερκίνη, το Δέλτα του Έβρου και η Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου, συχνά μαζί με Ερωδιούς, Κορμοράνους και Λαγγόνες. Τρέφονται σε ρηχά νερά ή στη λάσπη, ανιχνεύοντας με το ράμφος τους έντομα, προνύμφες, σκουλήκια, μαλάκια και μικρά αμφίβια.
Η Χαλκόκοτες είναι έντονα μεταναστευτικό είδος. Έρχονται την Άνοιξη και αναχωρούν το φθινόπωρο κατευθυνόμενες κυρίως προς την υποσαχάρια Αφρική, όπου περνούν τον χειμώνα σε εκτεταμένους υγροτόπους.
Παρότι οι πληθυσμοί της έχουν παρουσιάσει ανάκαμψη σε αρκετές περιοχές, η Χαλκόκοτα παραμένει ευάλωτη λόγω απώλειας υγροτόπων, ρύπανσης και ενόχλησης στις αποικίες φωλιάσματος. Προστατεύεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, όπως η Οδηγία για τα Πτηνά 2009/147/ΕΚ.