Καπνικαρέα: Η ιστορία, οι τοιχογραφίες του Κόντογλου και οι Ναζαρηνές τοιχογραφίες

Καπνικαρέα: Ένας  ναός στο κέντρο της Αθήνας με 1.000 χρόνια ιστορίας

Πρόκειται για το εκκλησάκι καταμεσής της οδού Ερμού, του εμπορικότερου δρόμου των Αθηνών. 
Ονομάζεται «Καπνικαρέα», «Καμουκαρέα», «Καμουχαριώτισσα». 
Η ονομασία προέρχεται είτε από τη λέξη «Καπνικάριος», που σήμαινε το πιθανό επάγγελμα του κτήτορα, εισπράκτορα δηλαδή του «καπνικού» φόρου (φόρου καπνοδόχου, φόρου οικοδομών), που πρώτος είχε επιβάλει ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α’ (802-811), είτε από πιθανή γειτνίαση της εκκλησίας με τα εργαστήρια των «καμουκάδων» ή «καμουχάδων» (μεταξωτών υφασμάτων), είτε γιατί η εικόνα ήταν σκεπασμένη με «καμουκά» ένα πολύτιμο χρυσοΰφαντο μεταξωτό ύφασμα με το οποίο ήταν σκεπασμένη η εικόνα, είτε γιατί έκανε θαύματα - χάρες (κάμνει χάρες = καμουχαριώτισσα).
Η Παναγία Καπνικαρέα - Ένας ναός στην μέση της Ερμού
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ονομαζόταν εκκλησία της Βασιλοπούλας και του Πρέντζα. Το 1834 ο ναός κινδύνευσε να ρυμοτομηθεί, αλλά σώθηκε με την επέμβαση του πατέρα του Βασιλιά Όθωνα, Λουδοβίκου της Βαυαρίας.

Η ιστορία, οι τοιχογραφίες του Κόντογλου και οι Ναζαρηνές

Η Καπνικαρέα χτίστηκε πιθανότατα τον 11ο αιώνα, ως ένας μικρός σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τρούλο. Η κύρια κατασκευή της βασίζεται σε πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία, δηλαδή πέτρες και πλίνθους που συνδυάζονται με χαρακτηριστικό τρόπο, ενώ στους τοίχους έχουν ενσωματωθεί και παλαιότερα αρχιτεκτονικά μέλη. Ο τρούλος στηρίζεται σε τέσσερις κίονες με παλαιότερα κιονόκρανα, στοιχεία που θεωρούνται spolia, δηλαδή υλικά από προγενέστερα κτίσματα που επαναχρησιμοποιήθηκαν. Ο ναός δεν κατασκευάστηκε εξαρχής στη σημερινή του μορφή. Κατά τους επόμενους αιώνες προστέθηκαν ο νάρθηκας, το πρόπυλο και το παρεκκλήσιο της Αγίας Βαρβάρας, με αποτέλεσμα το σημερινό συγκρότημα να αποτελεί ένα σύνολο διαφορετικών οικοδομικών φάσεων.
Δηλαδή, η ιστορία της δεν βρίσκεται μόνο στον 11ο αιώνα. Στον ίδιο χώρο συναντώνται αρχιτεκτονικά μέλη παλαιότερων εποχών, ένας μεσοβυζαντινός ναός, διαφορετικές μεταγενέστερες επεμβάσεις και ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζωγραφικό πρόγραμμα του 20ού αιώνα.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μέσα στον ίδιο ναό συνυπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις για τη θρησκευτική ζωγραφική.
Από τη μία, οι Ναζαρηνές τοιχογραφίες των αρχών περίπου του 20ού αιώνα και από την άλλη, η συνειδητή επιστροφή του Φώτη Κόντογλου στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή παράδοση.

Ένας ναός του 11ου αιώνα στην καρδιά της Ερμού

Η Καπνικαρέα είναι αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου και το αρχικό της κτίσμα χρονολογείται στον 11ο αιώνα. Πρόκειται για σύνθετο τετρακιόνιο σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό με τρούλο.
Στη βόρεια πλευρά προστέθηκε αργότερα το παρεκκλήσιο της Αγίας Βαρβάρας, ενώ μεταγενέστερα διαμορφώθηκαν ο νάρθηκας, ο εξωνάρθηκας και το πρόπυλο. Έτσι, η σημερινή μορφή του μνημείου είναι αποτέλεσμα διαφορετικών οικοδομικών φάσεων.
Εξωτερικά, χαρακτηριστικό είναι το πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας, με τις οδοντωτές ταινίες και τα άλλα μορφολογικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους βυζαντινούς ναούς της Αθήνας.
Πάνω από την είσοδο βρίσκεται ένα νεότερο ψηφιδωτό της Παναγίας.
Η Καπνικαρέα, επομένως, δεν είναι ένα μνημείο που δημιουργήθηκε και παρέμεινε αμετάβλητο. Είναι ένα κτίριο που διαμορφώθηκε σταδιακά και δέχθηκε επεμβάσεις μέσα στους αιώνες.

Οι κίονες και τα παλαιότερα αρχιτεκτονικά μέλη

Στο εσωτερικό, ο τρούλος στηρίζεται σε τέσσερις κίονες.
Τα μέλη αυτά παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς χρησιμοποιήθηκαν στον ναό παλαιότερα αρχιτεκτονικά στοιχεία. Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών αναφέρει τους τέσσερις κίονες με ρωμαϊκά κιονόκρανα, ενώ άλλες περιγραφές του μνημείου επισημαίνουν την παρουσία παλαιοχριστιανικών αρχιτεκτονικών μελών. 
Κιονόκρανο στο εσωτερικό της Καπνικαρέας
Έτσι, η ιστορία της Καπνικαρέας δεν βρίσκεται μόνο στις επιγραφές και στις τοιχογραφίες της. Βρίσκεται ακόμη και στην ίδια την πέτρα του ναού. 

Οι τοιχογραφίες που μοιάζουν βυζαντινές

Κοιτάζοντας τις τοιχογραφίες του κυρίως ναού, είναι εύκολο να πιστέψει κανείς ότι βλέπει έργα του Βυζαντίου. Δεν είναι. Ο κύριος ζωγραφικός διάκοσμος που βλέπουμε σήμερα δημιουργήθηκε στα μέσα του 20ού αιώνα και συνδέεται κυρίως με τον Φώτη Κόντογλου και τους συνεργάτες και μαθητές του. 
Ο Παντοκράτορας στον τρούλο της Παναγίας Καπνικαρέας, έργο του Φώτη Κόντογλου
Ο Κόντογλου ανέλαβε την εικονογράφηση της Καπνικαρέας το 1942. Η εργασία πραγματοποιήθηκε σε διαφορετικές φάσεις και συνεχίστηκε για περισσότερο από μία δεκαετία. Η Εθνική Πινακοθήκη χρονολογεί συνολικά την εργασία του στην Καπνικαρέα στα 1942–1953.
Ο Παντοκράτορας της Καπνικαρέας έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. O Κόντογλου χρησιμοποίησε ως πρότυπο τον περίφημο Παντοκράτορα της Ομορφοκκλησιάς στο Γαλάτσι, τον οποίο θαύμαζε ιδιαίτερα και είχε μελετήσει επί δεκαετίες. Δεν πρόκειται όμως για πιστή αντιγραφή. Διατήρησε βασικά εικονογραφικά χαρακτηριστικά του προτύπου, ενώ άλλαξε τη φορά της μορφής, τα χρώματα και επιμέρους λεπτομέρειες, δημιουργώντας τελικά τη δική του εκδοχή.
Ο Κόντογλου δεν επιδίωξε απλώς να δημιουργήσει έναν «παλιό» αισθητικά ναό.
Αναζήτησε τα πρότυπα της βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής και ιδιαίτερα παλαιότερους εικονογραφικούς τύπους. Στην Καπνικαρέα το εικονογραφικό πρόγραμμα περιλαμβάνει μορφές Ιεραρχών, Αποστόλων, Αγίων και Μαρτύρων, αλλά και παραστάσεις του εορτολογικού και ιστορικού κύκλου.
Στην αψίδα του Ιερού βρίσκεται η Πλατυτέρα.
Στον τρούλο δεσπόζει ο Παντοκράτορας.
Στις υπόλοιπες επιφάνειες αναπτύσσονται μορφές Αγίων και Ιεραρχών, καθώς και σκηνές όπως η Ανάληψη και η Πεντηκοστή.
Η ζωγραφική είναι αυστηρή, με έμφαση στη γραμμή και στη χαρακτηριστική απόδοση των προσώπων και των σωμάτων.
Και όσο πλησιάζουμε τις μορφές, τόσο περισσότερο γίνεται αντιληπτή η προσπάθεια του Κόντογλου να ξαναβρεί τη γλώσσα της παλαιότερης ορθόδοξης ζωγραφικής.

Ο Απόστολος Πέτρος και η υπογραφή του Κόντογλου

Ανάμεσα στις τοιχογραφίες ξεχωρίζει ιδιαίτερα ο Απόστολος Πέτρος.
Δεν είναι μόνο επειδή αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ζωγραφικής του Κόντογλου. Είναι επειδή φέρει την υπογραφή του. Η ολόσωμη μορφή του Αποστόλου Πέτρου, στον βόρειο τοίχο, χρονολογείται στο 1948 και αποτελεί το πρώτο υπογεγραμμένο έργο του Κόντογλου στην Καπνικαρέα. 
Ο Απόστολος Πέτρος στην Παναγία Καπνικαρέα, που φέρει την υπογραφή του Φώτη Κόντογλου
Η υπογραφή λειτουργεί σχεδόν σαν αποκάλυψη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο επισκέπτης μπορεί να έχει την εντύπωση ότι κοιτάζει μια τοιχογραφία αιώνων.
Η χρονολογία, όμως, μας μεταφέρει ξαφνικά από το Βυζάντιο στην Ελλάδα του 20ού αιώνα.

Οι Ναζαρηνές τοιχογραφίες

Και τότε η Καπνικαρέα αποκαλύπτει ένα ακόμη, πολύ διαφορετικό, πρόσωπο.
Σε τμήματα του εξωνάρθηκα, του νάρθηκα και του παρεκκλησίου της Αγίας Βαρβάρας σώζονται τοιχογραφίες ή ελαιογραφίες ναζαρηνής τεχνοτροπίας. Η ακριβής χρονολόγηση και ο καλλιτέχνης τους δεν είναι σήμερα επαρκώς τεκμηριωμένα, ενώ η πιθανή χρονολόγηση τοποθετείται γύρω στις αρχές του 20ού αιώνα.
Οι Ναζαρηνοί ήταν καλλιτεχνικό ρεύμα Γερμανικής προέλευσης που επηρεάστηκε από τη χριστιανική τέχνη του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης και άσκησε σημαντική επιρροή στη θρησκευτική ζωγραφική της νεότερης Ελλάδας. 
Ναζαρηνή τοιχογραφία στην Παναγία Καπνικαρέα
Στην Καπνικαρέα η διαφορά είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Οι μορφές, η απόδοση των προσώπων, ο τρόπος χρήσης του χώρου και η γενικότερη αισθητική αντίληψη διαφέρουν αισθητά από τη ζωγραφική που θα ακολουθήσει ο Κόντογλου.
Οι Ναζαρηνές τοιχογραφίες αποτελούν επομένως ένα σημαντικό ενδιάμεσο στρώμα στην ιστορία της εικονογράφησης του ναού. Και η συνύπαρξή τους με τα έργα του Κόντογλου μας επιτρέπει να δούμε, μέσα στον ίδιο χώρο, δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς πρέπει να ζωγραφίζεται η χριστιανική τέχνη.

Η επιστροφή του Κόντογλου στη βυζαντινή παράδοση

Στις τοιχογραφίες του Κόντογλου η αλλαγή είναι εμφανής. Δεν πρόκειται για μια προσπάθεια να αντιγραφεί φωτογραφικά το παρελθόν. Ο Κόντογλου επιδιώκει να ξαναβρεί τη λογική και τη γλώσσα της βυζαντινής αγιογραφίας. Οι μορφές είναι αυστηρές, η γραμμή έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, τα πρόσωπα δεν αποδίδονται με τον φυσιοκρατικό τρόπο της δυτικής ζωγραφικής.
Η εικόνα δεν ενδιαφέρεται τόσο να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ενός πραγματικού χώρου όσο να υπηρετήσει τον πνευματικό χαρακτήρα της παράστασης.
Και γι' αυτό οι τοιχογραφίες της Καπνικαρέας μπορούν ακόμη και σήμερα να δημιουργούν την αίσθηση ότι ανήκουν σε πολύ παλαιότερη εποχή.
Στην πραγματικότητα, όμως, μπροστά μας βρίσκεται ένα από τα σημαντικά έργα της νεοελληνικής εκκλησιαστικής ζωγραφικής του 20ού αιώνα.

Το μαρμάρινο και το ξυλόγλυπτο τέμπλο

Στον κυρίως ναό βρίσκεται το μαρμάρινο τέμπλο, ενώ στο πλάγιο παρεκκλήσιο συναντάμε ξυλόγλυπτο τέμπλο. Και εδώ η Καπνικαρέα συνεχίζει να παρουσιάζει διαφορετικά υλικά και διαφορετικές καλλιτεχνικές αντιλήψεις στον ίδιο χώρο. Το σημερινό μαρμάρινο τέμπλο δεν πρέπει να ταυτίζεται με το αρχικό τέμπλο του 11ου αιώνα. Η σημερινή εικόνα του ναού είναι αποτέλεσμα πολλών επεμβάσεων και μεταβολών που πραγματοποιήθηκαν μέσα στους αιώνες. 

Πώς σώθηκε η Καπνικαρέα

Η σημερινή παρουσία της Καπνικαρέας στο κέντρο της Αθήνας δεν ήταν αυτονόητη.
Το 1834, όταν διαμορφωνόταν η νέα Αθήνα και διανοιγόταν η οδός Ερμού, ο ναός κινδύνευσε να κατεδαφιστεί. Σύμφωνα με την ιστορική παράδοση, η επέμβαση του Λουδοβίκου της Βαυαρίας, πατέρα του βασιλιά Όθωνα, συνέβαλε στη διάσωσή του. Ο ναός αντιμετώπισε και νέο κίνδυνο το 1863, ο οποίος επίσης δεν οδήγησε στην κατεδάφισή του. 
Το 1931 ανακηρύχθηκε πανεπιστημιακός ναός και από το 1932 ανήκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Έτσι, ένας ναός του 11ου αιώνα παρέμεινε όρθιος μέσα σε μια πόλη που άλλαζε ριζικά γύρω του.

Η συντήρηση των τοιχογραφιών

Η ηλικία του μνημείου και η συνεχής λειτουργία του δημιουργούν ιδιαίτερες ανάγκες συντήρησης.
Η αιθάλη από τα κεριά, η ατμοσφαιρική ρύπανση, οι μεταβολές της υγρασίας, παλαιότερες επεμβάσεις και άλλοι παράγοντες έχουν επηρεάσει την κατάσταση διατήρησης της τοιχοποιίας και των τοιχογραφιών.
Από το 2009 εφαρμόζεται πρόγραμμα επεμβάσεων συντήρησης από την αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με στόχο την προστασία και την παράταση της ζωής των ευαίσθητων τοιχογραφιών.
Η Παναγία Καπνικαρέα

Η είσοδος της Παναγίας Καπνικαρέας

Η επιγραφή στο πίσω μέρος του Ναού

ΜΝΗΜΕΙΟ: ΠΙΣΤΗ: ΕΛΠΙΔΑ

Η Καπνικαρέα, ναός αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου, χτίσθηκε τον 11ο αιώνα με έξοδα ενός «Καπνικάρι», ενός εισπράκτορα δηλαδή του φό- ρου των οικοδομών που επιβαλλόταν για κάθε καπνοδόχο. Ο εξωνάρθη- κας και το πρόπυλο χτίστηκαν στις αρχές του 12ου αιώνα, ενώ το παρεκ- κλήσιο στην όψιμη Φραγκοκρατία.
Αγαπημένος ναός των πιστών Αθηναίων, η Καπνικαρέα είναι σημαντικότατο βυζαντινό μνημείο με ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά χαρακτηριστικά. Ανήκει στο σύνθετο τετρακιόνιο, σταυροειδή εγγεγραμμένο τύπο, με τρεις αψίδες στην ανατολική πλευρά και νάρθηκα στη δυτική. Είναι χτισμένη με το πλινθοπερίκλειστο σύστημα και στην τοιχοποιία της ενσωματώνονται αρχιτεκτονικά μέρη παλαιοχριστιανικών μνημείων.
Η ιστόρηση του ναού έγινε σε δύο φάσεις, μία στις αρχές του 20ου αιώνα από άγνωστο ζωγράφο στον εξωνάρθηκα, το νάρθηκα και το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας και μία στα μέσα του 20ου αιώνα από τον Φώτη Κόντογλου και τους μαθητές του στον κυρίως ναό και το Ιερό.
Το 1864 το πολεοδομικό σχέδιο του αρχιτέκτονα Leo von Klenze προέβλεπε την κατεδάφιση του μνημείου για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας επί της Ερμού, ενέργεια που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.
Απ' την παλιά σου εποχή τίποτε δεν σου μένει και κάθε μέρα κι από μια ανάμνηση σου σβήνει οι πιο αρχαίοι σου κάτοικοι περνούνε πια για ξένοι και θαύμα πως εσώθηκαν μέσα στα τόσα νέα.

ΕΛΠΙΔΑ: ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ: ΠΑΡΑΤΑΣΗ

Η συνεχής λειτουργία της Καπνικαρέας, η αιθάλη των κεριών, η ατμοσφαιρική ρύπανση, οι αυξομειώσεις της υγρασίας, οι παλαιότερες επεμβάσεις που έχουν αστοχήσει και οι κραδασμοί από τη διάνοιξη της σήραγγας του μετρό, επιδείνωσαν την κατάσταση διατήρησης της τοιχοποιίας και των τοιχογραφιών. Η αναπόφευκτη φθορά, η αλλοίωση των πρώτων υλών των μνημείων από το πέρασμα του χρόνου μπορεί να παρασύρει τη μνήμη σε λήθη. Οι επεμβάσεις συντήρησης είναι ο συνεχής αγώνας για αποκατάσταση των φθορών. Ελπίδα για την παράταση της ζωής του μνημείου.
Από το 2009, η ΕΦΑΑ σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο οποίο ανήκει ο ναός, έχει σε εφαρμογή ένα συνεχές πρόγραμμα επεμβάσεων συντήρησης επείγοντος και σωστικού χαρακτήρα για τις πολύ ευαίσθητες τοιχογραφίες με στόχο την καλύτερη προστασία τους και την παράταση της αντοχής τους.